Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ γίνονται καλύτερα ἀντιληπτὲς οἱ κατ’ οἰκονομίαν ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ ἀποδοχῆς τῆς στρατιωτικῆς ἄμυνας μέχρι εὐλογίας τοῦ γάμου. Σκοπούμενο τῆς Ἐκκλησίας παραμένει ἡ συγκέντρωση τῆς διασκορπισμένης βούλησης καὶ ἡ ἀναζωογόνηση τοῦ νοῦ. Ὁ Πορφύριος συμβουλεύει, “Μακριὰ ἀπ’ ὅλους κι ἀπ’ ὅλα! Νὰ δουλεύεις, νὰ προσεύχεσαι, καὶ νὰ σὲ βλέπει μονάχα ὁ Θεός” (Τὸ Μυστικὸ εἶναι ἡ Εὐχαριστία, σ. 128).
Μερικοὶ ἀποδέχονται δῆθεν τὸ Εὐαγγέλιο ἀλλὰ ὄχι τοὺς Πατέρες ποὺ ἐξηγοῦν τὸ Εὐαγγέλιο, μεταγράφουν τοὺς ὅρους του στὶς συνθῆκες τῶν ἐποχῶν καὶ ἀναδεικνύουν τὴν εὐθύνη καθενὸς νὰ φέρει τὸν βίο του στὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου γιὰ νὰ δοκιμαστεῖ καὶ νὰ προοδεύσει. Θὰ βοηθοῦσε ἂν πρόσεχαν περισσότερο τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ τότε δὲν θὰ δυσκολεύονταν νὰ διαπιστώσουν ὄχι μόνο ὅτι τὸ ἕνα βρίσκεται μέσα στὸ ἄλλο, ὥστε ἢ δέχεται κανεὶς μαζὶ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τοὺς Πατέρες, ἢ τίποτα, ἀλλὰ ἐπίσης ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο δὲν εἶναι κἂν στὶς διατυπώσεις του λιγώτερο ὀξὺ ἀπὸ τοὺς Πατέρες:
“Νομίζετε πὼς ἦρθα ἐδῶ γιὰ νὰ δώσω εἰρήνη στὴ γῆ; Ὄχι, σᾶς λέω, ἀλλὰ διάσπαση!”(Λουκ. 12, 49-53) “Μὴ νομίσετε ὅτι ἦρθα νὰ βάλω εἰρήνη στὴ γῆ. Δὲν ἦρθα νὰ βάλω εἰρήνη ἀλλὰ μαχαίρι! Ἦρθα νὰ διχάσω τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν πατέρα του, τὴ θυγατέρα ἐνάντια στὴ μητέρα της, τὴ νύφη ἐνάντια στὴν πεθερά της, καὶ ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου ἡ οἰκογένειά του…” (Ματθ. 10, 34-36).
Μήπως τὰ πλάσματα δὲν προέρχονται ἀπὸ τὸν Θεό; Σκοπὸς δὲν εἶναι ἡ μεγαλύτερη δυνατὴ κατάφαση, ἀγάπη τοῦ πλησίον ὡς ἑαυτοῦ, κλπ;
Ἡ ἐπιθυμία καταλαβαίνει κάποιο ἀγαθὸ στὰ πλάσματα καὶ ἐπιλέγει, ἀπορρίπτει, ἐγκαταλείπει γιὰ ἕνα ἀγαθὸ μεγαλύτερο ἢ προτιμότερο σὲ διαφορετικὲς συνθῆκες. Ἡ μεροληψία περιορίζει τὸν ἑαυτὸ καὶ τὸν ἀδικεῖ, ὅμως ἐδῶ συμβαίνει κάτι ποὺ ἀρχικὰ μοιάζει παράδοξο.
Ὅταν ἡ ἐπιθυμία ἱκανοποιηθεῖ ἀπόλυτα, ὅπως δὲν μπορεῖ νὰ συμβεῖ παρὰ μόνο μὲ τὸ ἀπόλυτο ἀγαθό, τότε ἔχει ὑπερβεῖ τὸ πλάσμα ποὺ ἔγινε ἀφορμὴ ἢ ἔμοιαζε ὡς ἀφορμὴ γιὰ τὴν διέγερση τῆς ἐπιθυμίας. Αὐτὸ ἰσχύει γιὰ ὁποιαδήποτε σχέση — γιὰ συζύγους, φίλους, γονεῖς καὶ παιδιά.
Τὴν στιγμὴ ποὺ ἡ ἐπιθυμία εἶναι πιὸ ἕτοιμη ἀπὸ ποτὲ νὰ ἐκταθεῖ καὶ νὰ περιβάλει μὲ τὴν ἴδια κατάφαση ὁτιδήποτε ἕτοιμο νὰ ἀνταποκριθεῖ στὴν κίνησή της, τὴν στιγμὴ ἐκείνη δὲν χρειάζεται καὶ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ τὸ κάνει, γιατὶ δὲν γίνεται νὰ ἐρωτευτεῖ παρὰ μόνο ἕναν, καὶ μόνο μέσα σὲ αὐτὸν καὶ χάρη σὲ αὐτὸν σὰν μιὰ ἀντανάκλαση ὅλους τοὺς ἄλλους — τὸν φίλο, τὸ παιδί, τοὺς γονεῖς, τὸν σύντροφο…
Σελ. 123