Μέσα στὶς στάχτες τοῦ Βερολίνου, τὸ 1949, μιλώντας πρὸς τοὺς Γερμανοὺς ὁ ἰσπανὸς φιλόσοφος Χοσὲ Ὀρτέγκα ὑ Γκασσέτ, θύμισε ὅτι ἡ Εὐρώπη ὑπῆρχε ὡς κοινότητα πολὺ πρὶν ἐμφανισθεῖ ὁ ἐθνικισμός, κι ὅτι ἀκόμη κι ὅταν σχηματίσθηκαν τὰ εὐρωπαϊκὰ ἔθνη-κράτη, ὁ Εὐρωπαῖος ζοῦσε πατώντας μὲ τὸ ἕνα πόδι στὸ ἔθνος του καὶ μὲ τὸ ἄλλο στὴ βαθύτερη κατάφαση ὅτι ναί, εἶναι Εὐρωπαῖος. Συνεπῶς, τόνισε ὁ Ὀρτέγκα ὑ Γκασσέτ, ἡ Εὐρώπη δὲν εἶναι μόνο τὸ μέλλον μας ἀλλὰ καὶ τὸ παρελθόν μας ἐπίσης.

Ἦταν πολὺ τολμηρὸ νὰ μιλᾶς στοὺς Γερμανοὺς ἐκείνη τὴν ὥρα γιὰ ἕνωση τῆς Εὐρώπης. Ἦταν ἀκόμη πιὸ τολμηρὸ νὰ διακηρύττεις ὅτι ἡ ἕνωση τῆς Εὐρώπης δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα πολιτικὸ σχέδιο ἀλλὰ μιὰ πολιτιστικὴ πραγματικότητα ποὺ ἡ πολιτικὴ ἕνωση θὰ τὴν ἐπαναφέρει στὸ φῶς.

Ἦταν τολμηρὸ ἕως παράλογο νὰ διδάσκεις τὴν ὥρα ποὺ ὅλοι ἔψαχναν μέσα στ’ ἀποκαΐδια, ὅτι ἡ εὐρωπαϊκὴ ἕνωση δὲν θὰ ἐπιβιώσει ἐὰν μείνει ἁπλῶς μιὰ λύση γιὰ νὰ μὴν ἔχουμε νέο πόλεμο, ἢ μιὰ λύση γιὰ νὰ ἔχουμε οἰκονομικὴ ἀνάπτυξη, καὶ δὲν εἶναι ἔκφραση τῆς βαθύτερης αὐτοσυνειδησίας τοῦ Εὐρωπαίου ἀνθρώπου.

Ἦταν λοιπὸν ὁ Εὐρωπαῖος ἄνθρωπος τὸ ζητούμενο, ἦταν –γιὰ νὰ τὸ διατυπώσω ἀλλιῶς–, ἀπαίτηση νὰ ἀρδεύεται πλέον τὸ πολιτικὸ μέλλον τῆς Εὐρώπης ἀπὸ τὰ καταβολικὰ στοιχεῖα τοῦ Εὐρωπαίου ἀνθρώπου, ἀπὸ τὶς ρίζες του.

Θὰ χρειασθεῖ νὰ τονίσω ἀκόμη μιὰ φορά, ὅτι μιλώντας γιὰ ρίζες, οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι ἀλλὰ καὶ οἱ πολιτικοὶ ἐννοοῦσαν ἀπὸ συμφώνου τὴν ἑλληνικὴ παιδεία, τὸ ρωμαϊκὸ κράτος δικαίου, τὸν χριστιανισμό.

Αὐτὲς οἱ ρίζες ἔχουν ἱστορικὴ δικαίωση καὶ κῦρος ἀδιαπραγμάτευτο, ὥστε νὰ μὴν ὑπόκεινται σὲ ἀναθεώρηση μὲ πολιτικὰ καιρικὰ κριτήρια.

Γι αὐτὸ ἀκριβῶς ὁ Οὐΐνστων Τσῶρτσιλ, στὸν περίφημο λόγο του στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Ζυρίχης τὸ 1946, ἔθεσε ὡς θεμέλιο τῆς εὐρωπαϊκῆς ἑνότητας τὴν ἠθικὴ καὶ πνευματικὴ ἀνάταση τῶν Εὐρωπαίων.

Γιὰ τὸν ἴδιο λόγο, ὑπακούοντας δηλαδὴ στὴν ἀπαίτηση ἡ ἕνωση τῆς Εὐρώπης νὰ εἶναι πολὺ πάνω ἀπὸ πολιτικὴ καὶ οἰκονομικὴ ἐπιλογή, ὁ Κωνσταντῖνος Καραμανλῆς διατυπώνει στὴν ὁμιλία του κατὰ τὴν ὑπογραφὴ τῆς Συνθήκης Ἔνταξης τῆς Ἑλλάδος τὴν πεποίθηση ὅτι ἡ Εὐρώπη:

«εἶναι μία σύνθεση, στὴν ὁποία, ὅπως εἶπα καὶ ἄλλοτε, τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα εἰσέφερε τὴν ἰδέα τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ὀμορφιᾶς. Tὸ ρωμαϊκὸ πνεῦμα τὴν ἰδέα τοῦ κράτους καὶ τοῦ δικαίου. Kαὶ ὁ Xριστιανισμὸς τὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη. Ἐπάνω σ’ αυτὸ τὸν κοινὸ πολιτισμὸ καλούμεθα νὰ οἰκοδομήσουμε τὴν Nέα Eὐρώπη.»