Ἂν κυριώτερη ὅλων μεταμορφωτικὴ δύναμη ὑπῆρξε ὁ χριστιανισμός, τὰ θεμέλια τοῦ Βυζαντίου εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγνωρίζονται στὴν νομιμοποίηση καὶ ἰδίως στὴν υἱοθέτηση τῆς χριστιανικῆς ὡς ἐπίσημης θρησκείας τῆς Αὐτοκρατορίας. Στὶς ἀρχὲς τοῦ τέταρτου αἰῶνα συμβαίνει παύση τῶν διωγμῶν καὶ προσανατολισμὸς τῆς Ρώμης στὸν Λόγο, συγκροτοῦνται οἱ δύο πρῶτες οἰκουμενικὲς σύνοδοι, δροῦν οἱ μεγάλοι Καππαδόκες Πατέρες — Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος καὶ Γρηγόριος Νύσσης — καὶ ἤδη ὁ Μ. Ἀθανάσιος, δηλαδὴ τίθενται τὰ θεμέλια τῆς χριστιανικῆς φιλοσοφίας, ἔχοντας ἰσχὺ στὸ δυτικὸ τμῆμα ἐπίσης, καὶ οὔτε κἂν μὲ τὴν ἀνοχή, ἀλλὰ μὲ τὴν συμμετοχὴ τοῦ κράτους, ὑπάρχοντας ἐπίσης θεμέλια ἑλληνόφωνα. Τὸ Βυζάντιο δὲν ἐκφράζει ἄρνηση, δῆθεν σύγκρουση δύο κόσμων, ποὺ ἁπλῶς δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ὑπάρχει. Ὁ ἑνιαῖος ρωμαϊκὸς καὶ πιὰ χριστιανικὸς κόσμος τραυματίζεται μόνο μετὰ τὴν εἰσβολὴ καὶ τὸν ἐκχριστιανισμὸ βαρβαρικῶν φύλων. Οἱ μεγάλες θρησκεῖες συγκεντρώνουν τοὺς λαοὺς σὲ εὐρύτερες πολιτισμικὲς ἑνότητες, στὴν πορεία αὐτὴ χάνοντας τὴν συμπάγειά τους, προσαρμοζόμενες στὶς ἰδιαιτερότητες τῶν λαῶν ποὺ ἐμψυχώνουν.