Ἡ Δυτικὴ Σχολαστικὴ θεολογία διαχώρισε σὲ δικανικὲς κατηγορίες τὴν ἴδια τὴν οὐσία τῆς ἁμαρτίας καί, ἀντίστοιχα, τὴν ἔννοια τῆς ἄφεσης. Ἡ τελευταία πηγάζει ἐδῶ ὄχι ἀπὸ τὴν ἀλήθεια, δηλαδὴ τὴν αὐθεντικὴ φύση τῆς μετανοίας, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ ἱερέως. Ἐὰν γιὰ τὴν ἀρχικὴ ὀρθόδοξη κατανόηση τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολόγησης ὁ ἱερέας εἶναι ὁ παρευρισκόμενος μάρτυρας τῆς μετανοίας, καὶ ὡς ἐκ τούτου μάρτυρας τῆς πλήρους “καταλλαγῆς μὲ τὴν Ἐκκλησία ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ…”, ὁ Λατινικὸς νομικισμὸς ὑπερτονίζει τὴν ἐξουσία τοῦ ἴδιου του ἱερέως νὰ δίνει ἄφεση ἁμαρτιῶν.

Ἔτσι προκύπτει ἡ ὁλότελα καινοφανὴς γιὰ τὸ Ὀρθόδοξο δόγμα ἀλλὰ ἀρκετὰ δημοφιλὴς σύγχρονη πρακτική της “ἄφεσης-ἁπαλλαγῆς” χωρὶς ἐξομολόγηση. Ἡ ἀρχικὴ διάκριση ἀνάμεσα σὲ ἁμαρτίες – ἀφορισμοὺς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία (ἀπὸ τοὺς ὁποίους προέκυπτε ἡ ἀνάγκη τῆς μυστηριακῆς συμφιλίωσης μὲ τὸ Ἐκκλησιαστικὸ Σῶμα) καὶ τῆς ἁμαρτωλότητας ποὺ δὲν ἐξέβαλε τὸν πιστὸ ἐκτὸς Ἐκκλησίας, ἐκλογικεύθηκε ἀπὸ τὸν Δυτικὸ Σχολαστικισμὸ σὲ διαχωρισμὸ ἀνάμεσα στὶς λεγόμενες θανάσιμες καὶ ἐξαγοράσιμες (συγγνωστὲς) ἁμαρτίες.

Οἱ πρῶτες, ἔχοντας ἀπομακρύνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν “κατάσταση τῆς χάριτος” ἀπαιτοῦν μυστηριακὴ ἐξομολόγηση καὶ ἄφεση, ἐνῶ οἱ ὑπόλοιπες χρήζουν μόνο ἐσωτερικῆς μεταμέλειας. Στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή, ὡστόσο, καὶ ἰδιαίτερα στὴ Ρωσία (κάτω ἀπὸ τὴν ἐπίδραση τῆς Λατινόφρονος θεολογίας τοῦ Πέτρου Μογίλα καὶ τῶν μαθητῶν του) ἡ θεωρία αὐτὴ κατέληξε στὴν ὑποχρεωτικὴ καὶ δικανικὴ σύνδεση ἀνάμεσα στὴν ἐξομολόγηση-ἄφεση καὶ τὴν Εὐχαριστία.

Κατὰ ἕναν εἰρωνικὸ τρόπο ἡ πιὸ ὁλοφάνερη “διείσδυση” τῶν Λατίνων ἀντιμετωπίζεται ἀπὸ μεγάλο ἀριθμὸ πιστῶν ὡς ὀρθόδοξη νόρμα, ἐνῶ ἡ πιὸ ἁπλὴ ἀπόπειρα γιὰ ἐπαναξιολόγηση τῆς πρακτικῆς κάτω ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ αὐθεντικοῦ ὀρθόδοξου δόγματος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν μυστηρίων καταγγέλλεται ὡς “Ρωμαιοκαθολική”!…