Μέσα στὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία ἡ ἔκκληση γιὰ ἐμβάθυνση στὴν ἐσωτερικὴ καὶ πνευματικὴ ζωὴ ἀκούγεται σπάνια, καὶ συχνὰ τὸ “πνευματικὸ” ἐξαντλεῖται σὲ συνεστιάσεις, ἐπετειακὲς πανηγύρεις, οἰκονομικὲς ἐξορμήσεις καὶ ψυχαγωγικὰ προγράμματα.

Ὑπάρχει μία τάση νὰ ἐπιλύουμε ὅλα τὰ φλέγοντα καὶ δύσκολα ζητήματα, συμπεριλαμβανομένης τῆς μετοχῆς στὴ θεία Κοινωνία, μὲ ἁπλὲς ἀναφορὲς στὸ παρελθόν: στὶς πρακτικὲς ποὺ χαρακτηρίζονταν ὡς κανονικὲς στὴ Ρωσία, τὴν Ἑλλάδα, τὴν Πολωνία, κ.λπ. Αὐτὴ ἡ τάση, ὡστόσο, δὲν εἶναι μόνο λανθασμένη ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνη. Γιατὶ συχνὰ τὸ παρελθόν, ἀνεξαρτήτως χώρας, ἀπεῖχε πολὺ ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι ὀρθόδοξο καὶ σωστό…

Ἡ ἐκκοσμίκευση εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς ἀπὸ τὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ κρίση ποὺ ἀρχίζει νὰ ἐπηρεάζει καὶ τὴν Ἐκκλησία. Εἶναι ἐπικίνδυνο καὶ ἀφελὲς νὰ νομίζει κανεὶς ὅτι ἡ ἐκκοσμίκευση τῆς Ἐκκλησίας μπορεῖ νὰ σταματήσει μὲ ἀποφάσεις καὶ διοικητικὲς πράξεις. Γιατί, καταρχήν, ἡ ἐκκοσμίκευση πλήττει τὸν θησαυρὸ τῆς Ἐκκλησίας, τὰ ἅγια τῶν ἁγίων — τὰ θεία Μυστήρια…

Ὅπου ἡ ἐνοριακὴ ζωὴ δὲν θεμελιώνεται πάνω ἀπ’ ὅλα στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ — ποὺ σημαίνει πάνω σὲ μία ζωντανὴ καὶ σταθερὴ κοινωνία μαζί Του καὶ μέσω Αὐτοῦ μὲ τὸ μυστήριο τῆς Παρουσίας Του, τὴ θεία Εὐχαριστία — ἐκεῖ, ἀργὰ ἢ γρήγορα ἀλλὰ ἀναπόφευκτα, κάτι διαφορετικὸ θὰ ἀναδυθεῖ καὶ θὰ ἐπικρατήσει: τὰ “περιουσιακὰ” καὶ ἡ “διεκδίκηση τους”, οἱ πολιτικὲς σκοπιμότητες, τὰ ἐθνικιστικὰ φρονήματα, οἱ ὑλικὲς ἐπιτυχίες, ἡ “καύχηση” τῆς κοινότητας. Σ’ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις δὲν εἶναι πλέον ὁ Χριστός, ἀλλὰ κάτι ἄλλο ποὺ διαμορφώνει, καὶ ἐντέλει ἀπ-οἰκοδομεῖ, τὴν ἐνοριακὴ ζωή…

Ὅταν ἡ μετάληψη ὁλόκληρης τῆς σύναξης σὲ κάθε Λειτουργία, ποὺ ἐξέφραζε τὴ μετοχὴ στὴν ἀκολουθία, ἔπαψε νὰ εἶναι ὁ κανόνας καὶ ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ τὴν πρακτικὴ τῆς σπάνιας προσέλευσης, ἔγινε πλέον φυσικὸ ὅτι θὰ προηγοῦνταν αὐτῆς τῆς προσέλευσης τὸ μυστήριο τῆς Μετανοίας — δηλαδὴ τῆς ἐξομολόγησης καὶ καταλλαγῆς τῶν πιστῶν μὲ τὴν Ἐκκλησία, μὲ τὴ μεσιτεία τῆς συγχωρητικῆς εὐχῆς.

Ἡ πρακτικὴ αὐτὴ — ἐπαναλαμβάνω, φυσικὴ καὶ προφανὴς στὴν περίπτωση τῆς σπάνιας προσέλευσης στὴ θεία Κοινωνία — ἐπέτρεψε τὴν ἐμφάνιση μίας νέας θεωρίας στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ Μετάληψη γιὰ τὸ σῶμα τῶν λαϊκῶν γίνεται ἀδύνατη χωρὶς τὸ μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης, σὲ ἀντίθεση μὲ αὐτὸ ποὺ συμβαίνει γιὰ τὸν κλῆρο. Ἔτσι, ἡ ἐξομολόγηση προηγεῖται ὑποχρεωτικὰ πάντοτε καὶ σὲ κάθε περίπτωση, τῆς μετάληψης.

Τολμῶ νὰ δηλώσω ὑπεύθυνα ὅτι ἡ θεωρία αὐτὴ (ποὺ βρῆκε εὐρεία ἐφαρμογὴ στὴ Ρωσικὴ Ἐκκλησία) δὲν θεμελιώνεται μὲ κανένα τρόπο στὴν Παράδοση, ἀλλὰ κατάφορα ἔρχεται σὲ σύγκρουση μὲ τὸ ὀρθόδοξο δόγμα τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν Κοινωνία καὶ τὴν Ἐξομολόγηση.

Γιὰ τοῦ λόγου τὸ ἀληθὲς δὲν ἔχει κανεὶς παρὰ νὰ θυμηθεῖ τὴν οὐσία τοῦ μυστηρίου τῆς Μετανοίας.

Ἐξ ἀρχῆς ἡ ἐξομολόγηση στὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση καὶ διδασκαλία ἦταν τὸ μυστήριο τῆς συμφιλίωσης μὲ τὴν Ἐκκλησία γιὰ ὅσους εἶχαν ἀφοριστεῖ ἀπ’ αὐτήν, δηλαδὴ ἐκείνους ποὺ εἶχαν ἀποκλειστεῖ ἀπὸ τὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη. Γνωρίζουμε ὅτι, ἀρχικά, ἡ ἰδιαίτερα αὐστηρὴ ἐκκλησιαστικὴ πειθαρχία ἐπέτρεπε μία τέτοια συμφιλίωση ἅπαξ στὴ διάρκεια τοῦ βίου τοῦ μετανοοῦντα, ἀλλὰ ἀργότερα, εἰδικὰ μετὰ τὴν εἴσοδο στὴν Ἐκκλησία ὁλόκληρου τοῦ πληθυσμοῦ, ὁ συγκεκριμένος κανόνας ἔγινε πιὸ χαλαρός.

Στὴν οὐσία του, τὸ Μυστήριο τῆς Μετανοίας ὡς μυστήριο συμφιλίωσης μὲ τὴν Ἐκκλησία ἀφοροῦσε ἐκείνους μόνο ποὺ ἡ Ἐκκλησία εἶχε ἀφορίσει γιὰ ἁμαρτίες καὶ πράξεις ἐπ’ ἀκριβῶς ὁριζόμενες στὴν Κανονικὴ παράδοσή της. Κάτι, ἄλλωστε, ποὺ γίνεται φανερὸ κι ἀπὸ τὴν συγχωρητικὴ εὐχή: “Ἀδελφέ, δι’ ὃ ἦλθες πρὸς τὸν Θεό, καὶ πρὸς ἐμέ, μὴ αἰσχυνθῇς, οὐ γὰρ ἐμοὶ ἀναγγέλεις, ἀλλὰ τῷ Θεῷ, ἐν ὧ ἵστασαι”. (Παρεμπιπτόντως: ὀφείλουμε νὰ χρησιμοποιοῦμε τὴν ὀρθὴ εὐχὴ τῆς συγχωρήσεως κι ὄχι τὴν ἄλλη, ξένη στὶς ἀνατολικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ἐκδοχή της —“Ἐγώ, ὁ ἀνάξιος ἱερέας, μὲ τὴν ἐξουσία ποὺ μοῦ ἔχει δοθεῖ, σὲ ἀπαλλάσσω…”— ποὺ εἶναι λατινογενοῦς προέλευσης καὶ παρεισέφρησε στὰ λειτουργικά μας βιβλία κατὰ τὴν περίοδο τῆς ἐπικράτησης στοιχείων τῆς Δυτικῆς θεολογίας ἀνάμεσα στοὺς Ὀρθοδόξους).