Θὰ λέγαμε ὅτι μέσα στὴν ἀκολουθία τῆς Λειτουργίας ἡ φθαρεῖσα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία φύση μας “ἀναπλάθεται” ὅπως ὁμολογοῦμε στὶς εὐχὲς τῶν πιστῶν πρὶν ἀπὸ τὴν προσφορὰ τῶν θείων Δώρων. Ἐνώπιον τοῦ Ἁγίου Ποτηρίου, τὴ στιγμὴ τῆς πρόσληψης τῶν Μυστηρίων, παρακαλοῦμε γιὰ συγχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν “ἑκουσίων τε καὶ ἀκουσίων, ἐν λόγοις ἢ ἔργοις, ἐν γνώσῃ καὶ ἁγνοίᾳ” καὶ ἐμπιστευόμαστε ὅτι, στὸ μέτρο τῆς μετανοίας μας, θὰ λάβουμε αὐτὴ τὴν συγχώρεση.
Ὅλα αὐτὰ βεβαίως σημαίνουν — καὶ κανεὶς δὲν τὸ ἀρνεῖται — ὅτι ὁ μόνος πραγματικὸς ὅρος γιὰ τὴν προσέλευση στὰ θεία Μυστήρια εἶναι ἡ μετοχή μας στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, μετοχὴ ποὺ ἀντιστρόφως βρίσκει τὴν πληρότητά της μὲ τὴν πρόσληψη τῶν μυστηρίων. Ἡ Μετάληψη δίνεται πρὸς “ἄφεση ἁμαρτιῶν καὶ ἴαση ψυχῶν τε καὶ σωμάτων”, πράγμα ποὺ ὑποδηλώνει μὲ σαφήνεια, τί ἄλλο, παρὰ τὴ μετάνοια, τὴ συναίσθηση τῆς πλήρους ἀναξιότητάς μας καὶ τὴ συνείδηση τῆς Κοινωνίας ὡς θείου δώρου ποὺ κανένα ἐπίγειο ὂν δὲν εἶναι “ἄξιο” νὰ λάβει.
Ὅλο τὸ νόημα τῆς προετοιμασίας γιὰ τὴν Κοινωνία, ὅπως ὁρίστηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία (στὴν Ἀκολουθία τῆς θείας Μεταλήψεως) δὲν εἶναι νὰ δημιουργήσει στὸν ἄνθρωπο τὸ αἴσθημα τῆς “ἀξιότητας”, ἀντίθετα, σκοπεύει στὸ νὰ δείξει σ’ αὐτὸν τὴν ἄβυσσο τοῦ ἐλέους καὶ τῆς ἄπειρης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ: “Τέκνον μου πνευματικόν, ὁ τῇ ἐμῇ ταπεινότητι ἐξομολογούμενος, ἐγὼ ὁ ταπεινὸς καὶ ἁμαρτωλὸς οὐκ ἰσχύω ἀφιέναι ἁμάρτημα ἐπὶ τῆς γῆς, εἰ μὴ ὁ Θεός… ὁ συγχωρήσας Δαυΐδ, διὰ Νάθαν τοῦ Προφήτου, τὰ ἴδια ἐξομολογήσαντι ἁμαρτήματα, καὶ Πέτρῳ τὴν ἄρνησιν, κλαύσαντι πικρῶς, καὶ Πόρνῃ δακρυσάσῃ ἐπὶ τοὺς αὐτοῦ πόδας, καὶ Τελώνῃ καὶ Ἀσώτῳ, αὐτὸς ὁ Θεός, συγχωρῆσαι σοὶ δι’ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ πάντα, καὶ ἐν τῷ νῦν αἰῶνι, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ ἀκατάκριτόν σε παραστῆσαι ἐν τῷ φοβερῷ Βήματι”.
Ἐνώπιον τῆς Τράπεζας τοῦ Κυρίου, ἡ μόνη “ἀξιωσύνη” τῶν κοινωνούντων εἶναι αὐτὴ ἡ βαθιὰ συναίσθηση τῆς “ἀναξιότητας τους”. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς σωτηρίας.
Εἶναι ἑπομένως ὑψίστης σημασίας γιὰ μᾶς νὰ κατανοήσουμε ὅτι ἡ μετατροπὴ τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολόγησης σὲ μία ἀναγκαστικὴ προϋπόθεση γιὰ τὴν Κοινωνία, ὄχι μόνο συγκρούεται μὲ τὴν Παράδοση, ἀλλὰ προφανῶς τὴν παραμορφώνει. Διαστρέφει καταρχὴν τὸ δόγμα τῆς Ἐκκλησίας, δημιουργῶντας δυὸ κατηγορίες μελῶν, ἡ μία ἀπὸ τὶς ὁποῖες εἶναι ἀφορισμένη στὴν πραγματικότητα ἀπὸ τὴν Εὐχαριστία. Ἐπιπλέον, στρεβλώνει τὸ νόημα καὶ πλήρωμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς μετοχῆς.
Σελ. 123456