Αξιοσημείωτη είναι η ανάπτυξη της δημιουργικότητας του Ίψεν σε σύγκριση προς του άλλου κορυφαίου ποιητή των Νορβηγών. Ο Μπγιόρνσον, τέσσερα χρόνια νεότερος από τον Ίψεν, έγινε πολύ πριν απ’ αυτόν και αμέσως από την αρχή περίφημος στην πατρίδα του. Το πρώτο δημοσιευμένο διήγημά του “Η Συννόβη από τον Ηλιόλοφο” (Synnove Solbaken), περιέχει τόσο καθαρή γνώση της ζωής που ζουν οι αγροτικοί πληθυσμοί της Νορβηγίας, οι ποιητικές και ηθογραφικές εικόνες του διηγήματος προκαλούν με τόση δύναμη το ενδιαφέρον των αναγνωστών, ώστε τούτο μόνο ήταν αρκετό να αναδείξει το συγγραφέα μεγάλο με την πρώτη εμφάνισή του. Ολωσδιόλου αντίθετα προς τον Ίψεν, που ήδη γνωρίσαμε πως εξέδωσε με ψευδώνυμο το πρώτο του έργο.

Μολαταύτα η υπεροχή του Μπγιόρνσον υπήρξε μόνο παροδική: καθώς εισήλθε νωρίς και πρόωρα στην ανάπτυξη του ο ποιητής αυτός, εξαντλήθηκε ήδη με την έκδοση των πρώτων του έργων. Πριν από λίγα χρόνια το κοινωνικό του δράμα “Η Χρεωκοπία” πανηγύρισε θριαμβευτική παρέλαση στις σκηνές ολόκληρου του πολιτισμένου κόσμου. Και. όμως, φιλολογικά ο Μπγιόρνσον δεν κέρδισε με το έργο αυτό τίποτε, που να μην κατείχε ήδη. Όταν εξέδιδε τα πρώτα του ποιήματα, η ποιητική του ανάπτυξη είχε φτάσει στο υψηλότερο τους σημείο, ενώ κανένα από τα μεταγενέστερα έργα του δεν υπερτερεί από ‘κείνα στην ύλη ή στο είδος. Αλλωστε ο Μπγιόρνσον είναι διηγηματογράφος και λυρικός ποιητής μάλλον παρά δραματικός συγγραφέας. Αντίθετα η δραματική προπάντων μεγαλοφυία του Ίψεν αναπτύχθηκε βαθμιαία και λίγο-λίγο, ως αληθινή μεγαλοφυΐα.

Γι’αυτό, και η αξία των έργων του προχώρησε αυξανόμενη μαζί με τον αριθμό τους. Στο ιστορικό δράμα του την ύψιστη θέση κατέχουν “Οι ανταγωνιστές για τη βασιλεία” (Kongsaemnerne), δράμα στο οποίο για πρώτη φορά ο ποιητής ανέπτυξε όλη του τη δύναμη. Στο έργο αυτό ο Ίψεν από τη μία μεριά έθεσε το βασιλιά Χάκον, που στηριζόταν στο δίκαιο, να θέλει με τη “βασιλική ιδέα” να συνενώσει το νορβηγικό έθνος σε ένα και να εμμένει σταθερά στη δική του πορεία, από την άλλη μεριά αντιπαράθεσε το δούκα Σκούλεν που πάντοτε δυσπιστούσε προς τον εαυτό του.

Έτσι διέγραψε δύο με ύψιστη ψυχολογική λεπτότητα επεξεργασμένες εικόνες, οι οποίες, με τη μεταξύ τους αντίθεση, προκαλούν ακαταμάχητο ποιητικό θέλγητρο. Αλλά και τα δευτερεύοντα πρόσωπα του δράματος, παρουσιασμένα με τέχνη, συνεισφέρουν από τη μεριά τους στην τελείωση της μεγαλόπρεπης εικόνας που εξελίσσεται μπρος στα μάτια μας. Ήδη, όμως, προτού δημοσιεύσει το δράμα αυτό, ο Ίψεν είχε εισέλθει με την “Κωμωδία του Έρωτα” στη νέα χώρα, στη χώρα του φιλοσοφικού σατυρικού δράματος, στο οποίο φαίνεται ότι η μεγαλοφυΐα του με πολλή ευχαρίστηση ζει και με πειρακτικές κοροϊδίες, συγχρόνως, όμως, με την πιο βαθιά σοβαρότητα, ελέγχει τα κοινωνικά ζητήματα του καιρού. Κεντρική ιδέα αυτού του δράματος αποτελεί ο θεσμός του συνοικεσίου, από το οποίο, όπως συμβαίνει και σήμερα, λείπει η ελευθερία, ο έρωτας και η ευτυχία.