Ἀπὸ τὴν Κιβωτό

Εἶναι ἴσως ὁ μόνος χριστιανὸς τῆς Δύσης ποὺ ἀγάπησε τόσο πολὺ τὸν κόσμο ὡς κόσμο τῶν μορφῶν τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητας. Στὸν ἴδιο ἔχει τὴν ἔναρξή της ἡ ἀριστοτελικὴ σχολαστικὴ πλευρὰ τῆς μεσαιωνικῆς φιλοσοφίας, μὲ τὴν Παρηγοριὰ τῆς Φιλοσοφίας νὰ συμβάλλει ἐπίσης στὴν πλατωνικὴ πλευρὰ καὶ νὰ παραδίδει ἀντὶ διαθήκης τὴν ἐπίγνωση ὅτι εὐτυχία τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἡ μεταμόρφωσή τους στὴν ἕνωση μὲ τὸν Θεό.

Ρωμαῖος φιλόσοφος καὶ πολιτικὸς τοῦ 6ου αἰῶνα, ὁ Βοήθιος (Anicius Manlius Severinus Boethius, περ. 477–524 μ.Χ.) εἶναι γνωστὸς κυρίως γιὰ τὸ φιλοσοφικὸ ποίημα ποὺ συνέθεσε στὸ τέλος τοῦ βίου του (523–4 μ.Χ.), κατὰ τὴν διάρκεια τῆς φυλάκισής του ἀπὸ τὸν Ὀστρογότθο Θεοδώριχο, ἔχοντας συκοφαντηθεῖ ὅτι συνωμοτοῦσε μὲ τὴν Κωνσταντινούπολη. Τὸ πιὸ γνωστὸ ἔργο του, ἡ Παρηγοριὰ τῆς Φιλοσοφίας (Consolatio Philosophiae), ἀπέχει ἀπὸ τὸν χριστιανικὸ συμβολισμὸ —ἀλλὰ ὄχι ἀπὸ τὶς χριστιανικὲς ἀξίες— ἴσως ἐπειδὴ ὁ Βοήθιος ἀναγνώριζε στὴν κλασικὴ ἀρχαιότητα τὴν δυνατότητα νὰ ἀπευθύνεται πιὸ ριζικὰ στὸν ἄνθρωπο, καί, ὅπως ὑποθέτει μέρος τῶν ἴδιων τῶν μεσαιωνικῶν ἑρμηνευτῶν, ἐπειδὴ ἐπιθυμοῦσε τὴν πραγματεία αὐτὴ σὰν μιὰ πνευματικὴ διαθήκη ἀνεμπόδιστη ἀπὸ θρησκευτικὲς προκαταλήψεις. Πάντως ἡ Παρηγοριὰ ἐλάχιστα σκανδάλισε, διαβάστηκε ὅσο ἡ Βίβλος στὴν διάρκεια τοῦ Μεσαίωνα, καὶ ὄχι λίγο στοὺς ἑπόμενους αἰῶνες. Ἐλλείψει δικῆς του ἐξηγήσεως, μόνο βέβαιο εἶναι ὅτι ἡ πεποίθηση τοῦ Βοήθιου στὴν χριστιανικὴ ἀποκάλυψη, ποὺ πιὰ δὲν ἀμφισβητεῖται ἀπὸ καμμιὰ μερίδα τῆς ἔρευνας, δὲν τοῦ ἀσκοῦσε ἰδεολογικὴ πίεση, τουλάχιστον ὄχι στὸ τέλος τοῦ βίου του. Εἴτε ἀπὸ μεγάλη ἐκτίμηση στὴν παιδαγωγικὴ ἀξία τῶν κλασικῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων, εἴτε γιὰ ἄλλους λόγους, ὁλοκλήρωσε τὸν βίο του ἐξωτερικὰ ἔγκλειστος, ἐσωτερικὰ ἐλεύθερος.

Εὔστοχα συσχετίζεται ἡ ἐκδίωξη τῶν Μουσῶν στὸ πρῶτο μέρος τῆς Παρηγοριᾶς μὲ τὴν ἐξορία τοῦ Ὅμηρου ἀπὸ τὴν πλατωνικὴ Πολιτεία. Ἡ ἀπερισκεψία οἰκειοποιεῖται τὴν ἐγγενῆ μεταβλητότητα τῶν πραγμάτων βιώνοντας τὴν ὕπαρξη ὡς περιπέτεια, ὅμως ἡ πραγματικὴ φύση τοῦ χρόνου ὡς κινητοῦ αἰῶνος ἐπιζητεῖ ἀναγωγὴ στὴν θεία πρόνοια ἀπ’ ὅπου καὶ ἐπίγνωση νοηματικῆς σταθερότητας καὶ ἀσφάλειας. Ἔτσι ὁ Βοήθιος ἀξιοποιεῖ τὴν στωϊκὴ πεποίθηση περὶ ἱερῆς σημασίας τῶν ἀναγκαιοτήτων τοῦ βίου. Ὁ Θεὸς γνωρίζει ὅλο τὸν χρόνο στὴν μία ‘στιγμὴ’ τῆς αἰωνιότητας — τίποτα δὲν ἕπεται, δὲν ἔχει παρέλθει καὶ δὲν εἶναι ἄγνωστο.

Ὁ Βοήθιος ταυτίζεται μὲ τὸν τύπο τοῦ φιλόσοφου βασιληᾶ, ὑπομένοντας ἀπογοήτευση παρόμοια μὲ ἐκείνη ποὺ ἐπιφύλαξε στὸν Πλάτωνα ἡ Σικελία. Οἱ θεμελιώδεις ἔννοιες τῆς Παρηγοριᾶς τῆς Φιλοσοφίας ἀνάγονται στὸν πλατωνισμό, ὅμως ὁ Δημιουργὸς προσεγγίζεται μὲ ἔνταση καὶ θέρμη ποὺ γίνεται δυνατὴ μόνο μετὰ τὴν Ἐνανθρώπηση, ἔστω καὶ μὲ χαρακτηριστικὰ γιὰ τὴν λατινόφωνη ἰδίως χριστιανοσύνη αἰσθήματα ἐνοχῆς ἐνώπιον Θεοῦ δικάζοντος (“ante oculos iudicis cuncta cer­nentis”— Cons. Phil. V 6, 175–6).

Ἔχει ὑποστηριχθεῖ ὅτι ὁ Βοήθιος σκόπευε μὲ τὴν ἐναλλαγὴ πεζοῦ λόγου καὶ στίχων νὰ δείξει πὼς ἡ ἀξία τῆς φιλοσοφίας εἶναι περιορισμένη, ἢ ἀκόμη νὰ τὴν ἀπαξιώσει, ἐπειδὴ τέτοια γραφὴ συνηθιζόταν σὲ σατυρικὰ ἔργα, ὅμως ἡ σοβαρότητα τῆς σύνθεσης καὶ ἡ ὁλοφάνερη ἀγάπη του γιὰ τὰ κλασικὰ γράμματα δὲν νομίζω πὼς ἐπιτρέπει τέτοιο συμπέρασμα. Ἄλλωστε, ἂν ἀπουσίαζε ἀγάπη καὶ πεποίθηση στὴν κλασικὴ παιδεία, τὸ ἔργο του δὲν θὰ εἶχε φθάσει στὴν ποιότητα ἡ ὁποία τὸ ἀνέδειξε μόνιμη πηγὴ ἔμπνευσης γιὰ τοὺς ἐρχόμενους αἰῶνες, ὅταν σταδιακὰ ἡ κλασικὴ ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἔγινε θεμέλιο τῆς μεσαιωνικῆς σκέψης καὶ ἀναφαίρετη διάστασή της.

Αρχική σελίδα


Σχετικές δημοσιεύσεις (αυτόματη επιλογή)