Ελλείψει δικής του εξηγήσεως, μόνο βέβαιο είναι ότι η πίστη του Βοήθιου στη χριστιανική αποκάλυψη, που πια δεν αμφισβητείται από καμμιά μερίδα της έρευνας, δεν του ασκούσε ιδεολογική πίεση, τουλάχιστον όχι στο τέλος του βίου του. Είτε από μεγάλη εκτίμηση στην παιδαγωγική αξία των κλασικών ελληνικών γραμμάτων, είτε για άλλους λόγους, ολοκλήρωσε τον βίο του εξωτερικά έγκλειστος, εσωτερικά ελεύθερος.

Εύστοχα συσχετίζεται η εκδίωξη των Μουσών στο πρώτο μέρος του έργου με την εξορία του Ομήρου από την πλατωνική Πολιτεία. Η εντύπωση για τον βίο ως ‘περιπετειώδη’ είναι ο τρόπος με τον οποίο η απερισκεψία οικειοποιείται την εγγενή μεταβλητότητα της ύπαρξης, όμως η πραγματική φύση του χρόνου ως κινητού αιώνος επιζητεί αναγωγή στη θεία πρόνοια και επίγνωση νοηματικής σταθερότητας και ασφάλειας. Έτσι ο Βοήθιος αξιοποιεί τη στωϊκή πεποίθηση περί ιερής σημασίας των αναγκαιοτήτων του βίου. Ο Θεός γνωρίζει όλο τον χρόνο στη μία ‘στιγμή’ της αιωνιότητας —τίποτα δεν έπεται, δεν έχει παρέλθει και δεν είναι άγνωστο.