Δυὸ ἢ τρεῖς νεαραὶ μητέρες τῆς κατωτέρας τάξεως τοῦ λαοῦ, ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ παραμάννες ἐκρατοῦσαν πεντάμηνα καὶ ἑπτάμηνα βρέφη εἰς τὰ ἀγκάλας. Τὰ μικρὰ ἤνοιγον τεθηπότα τοὺς γλυκεῖς ὀφθαλμούς των, βλέποντα ἀπλήστως τὸ φῶς τῶν λαμπάδων, τῶν πολυελαίων καὶ μανουαλίων, τοὺς κύκλους καὶ τὰ νέφη τοῦ ἀνερχομένου καπνοῦ τοῦ θυμιάματος, καὶ τὸ κόκκινον καὶ πράσινον φῶς, τὸ διὰ τῶν ὑάλων τοῦ ναοῦ εἰσερχόμενον, τὸ ἀνεμίζον ράσον τοῦ ἐκκλησιάρχου καλογήρου, τρέχοντος, μέσα – ἔξω εἰς διάφορα θελήματα, τὰ γένεια τῶν παπάδων, σειόμενα εἰς πᾶσαν κλίσιν τῆς κεφαλῆς, εἰς πᾶσαν κίνησιν τῶν χειλέων, διὰ νὰ ἐπαναλάβουν εἰς ὅλους τὸ Χριστὸς ἀνέστη. Βλέποντα καὶ θαυμάζοντα ὅλα ὅσα ἔβλεπον, τὰ στίλβοντα κομβία καὶ τὰ στριμμένα μουστάκια τοῦ ἀστυφύλακος, τοὺς λευκοὺς κεφαλοδέσμους τῶν γυναικῶν, καὶ τοὺς στοίχους τῶν ἄλλων παιδίων, ὅσα ἦσαν ἀραδιασμένα ἐγγὺς καὶ πόρρω, παίζοντα μὲ τοὺς βοστρύχους τῆς κόμης τῶν βασταζουσῶν, καὶ ψελλίζοντα ἀνάρθρους ἀγγελικοὺς φθόγγους.

Δυὸ ὀκτάμηνα βρέφη εἰς τὰς ἀγκάλας δυὸ νεαρῶν μητέρων, αἵτινες ἵσταντο ὦμον μὲ ὦμον πλησίον μιᾶς κολώνας, μόλις εἶδαν τὸ ἓν τὸ ἄλλο, καὶ πάραυτα ἐγνωρίσθησαν καὶ συνῆψαν σχέσεις, καὶ τὸ ἓν, ὡραῖον καὶ καλὸν καὶ εὔθυμον, ἔτεινε τὴ μικρὰν ἁπαλὴν χεῖρα του πρὸς τὸ ἄλλο, καὶ τὸ εἶλκε πρὸς ἑαυτό, καὶ ἐψέλλιζεν ἀκαταλήπτους οὐρανίους φθόγγους.

Ἀλλ᾿ ἡ φωνὴ τοῦ βρέφους ἦτο λιγεία, καὶ ἠκούσθη εὐκρινῶς ἐκεῖ γύρω, καὶ ὁ Γιαμπής, ὁ ἐπίτροπος, δὲν ἠγάπα ν᾿ ἀκούῃ θορύβους. Εἰς ὅλας τὰς νυκτερινὰς ἀκολουθίας τῶν Παθῶν, πολλάκις εἶχε περιέλθει τὰς πυκνὰς τῶν γυναικῶν τάξεις, διὰ νὰ ἐπιπλήττῃ πτωχὴν τίνα μητέρα τοῦ λαοῦ, διότι εἶχε κλαυθμυρίσει τὸ τεκνίον της. Ὁ ἴδιος ἔτρεξε καὶ τώρα, νὰ ἐπιτιμήσῃ καὶ αὐτὴν τὴν πτωχὴν μητέρα, διὰ τοὺς ἀκάκους ψελλισμοὺς τοῦ βρέφους της.

Τότε ἡ Χρηστίνα ἡ Δασκάλα ἥτις ἵστατο ὀλίγον παρέκει, ὀπίσω ἀπὸ τὸν τελευταῖον κίονα, κολλητὰ μὲ τὸν τοῖχον, σύρριζα εἰς τὴν γωνίαν, ἐσκέφθη ἀκουσίως της – καὶ τὸ ἐσκέψθη ὄχι ὡς δασκάλα, ἀλλ᾿ ὡς ἀμαθὴς καὶ ἀνόητος γυνὴ ὁποὺ ἦτον – ὅτι, καθώς, αὐτὴ ἐνόμιζε, κανείς, ἂς εἶναι καὶ ἐπίτροπος ναοῦ, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιπλήξῃ πτωχὴν νεαρὰν μητέρα, διὰ τοὺς κλαυθμυρισμοὺς τοῦ βρέφους της, καθὼς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τὴν ἀποκλείσῃ τοῦ ναοῦ, διότι ἔχει βρέφος θηλάζον. Καθημερινῶς δὲν μεταδίδουν τὴ θείαν κοινωνίαν εἰς νήπια κλαίοντα; Καὶ πρέπει νὰ τὰ ἀποκλείσουν τῆς θείας μεταλήψεως, διότι κλαίουν; Ἕως πότε ὅλη ἡ αὐστηρότης τῶν «ἁρμοδίων» θὰ διεκδικῆται καὶ θὰ ξεθυμαίνῃ μόνον εἰς βάρος τῶν πτωχῶν καὶ τῶν ταπεινῶν;

Ἐκ τοῦ μικροῦ τούτου περιστατικοῦ ἔλαβεν ἀφορμὴν ἡ Χρηστίνα νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι πρὸ χρόνων, μίαν νύκτα, κατὰ τὴν ὕψωσιν τοῦ Σταυροῦ, ὅταν ἐπῆγε νὰ ἐκκλησιασθῇ εἰς τὸν ναΐσκον τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου, παρὰ τὴν Πύλην τῆς Ἀγορᾶς, ἐνῷ ὁ ἀναγνώστης ἔλεγε τὸν Ἀπόστολον, ὅταν ἀπήγγειλε τὰς λέξεις «τὰ μωρά του κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός», αἴφνης, κατὰ θαυμασίαν σύμπτωσιν, ἀπὸ τὸν γυναικωνίτην ἓν βρέφος ἤρχιζε νὰ ψελλίζῃ μεγαλοφώνως, ἀμιλλώμενον πρὸς τὴν φωνὴν τοῦ ἀναγνώστου. Καὶ ὁποίαν γλυκύτητα εἶχε τὸ παιδικὸν ἐκεῖνο κελάδημα! Τόσον ὡραῖον πρέπει νὰ ἦτο τὸ Ὡσαννά, τὸ ὁποῖον ἔψαλλον τὸ πάλαι οἱ παῖδες τῶν Ἑβραίων πρὸς τὸν ἐρχόμενον Λυτρωτήν. «Ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων καταρτίσω αἶνον, ἕνεκα τῶν ἐχθρῶν σου, τοῦ καταλύσαι ἐχθρὸν καὶ ἐκδικητήν».