Τάχα δὲν ἦτον οἰκοκυρὰ κι αὐτὴ στὸ σπίτι της καὶ στὴν αὐλήν της; Τάχα δὲν ἦτο κι αὐτὴ ἕναν καιρὸν νέα μὲ ἀνατροφήν; Εἶχε μάθει γράμματα εἰς τὰ σχολεῖα. Εἶχε πάρει τὸ δίπλωμά της ἀπὸ τὸ Ἀρσάκειον.

Κι ἐτήρει ὅλα τὰ χρέη της τὰ κοινωνικά, καὶ μετήρχετο τὰ οἰκιακὰ ἔργα της καλλίτερ᾿ ἀπὸ καθεμίαν. Εἶχε δὲ μεγάλην καθαριότητα εἰς τὸ σπίτι της, κι εἰς τὰ κατώφλιά της, πρόθυμη ν᾿ ἀσπρίζῃ καὶ νὰ σφουγγαρίζῃ, χωρὶς ποτὲ νὰ βαρύνεται καὶ χωρὶς νὰ δεικνύῃ τὴν παραξενιὰν ἐκείνην, ἥτις εἶναι συνήθης εἰς ὅλας τὰς γυναῖκας, τὰς ἀγαπώσας μέχρις ὑπερβολῆς τὴν καθαριότητα. Καὶ ὅταν ἔμβαινεν ἡ Μεγάλη Ἑβδομάς, ἐδιπλασίαζε τὰ ἀσπρίσματα καὶ τὰ πλυσίματα, τόσον, ὁποὺ ἔκαμνε τὸ πάτωμα ν᾿ ἀστράφτῃ καὶ τὸν τοῖχον νὰ ζηλεύῃ τὸ πάτωμα.

Ἤρχετο ἡ Μεγάλη Πέμπτη καὶ αὐτὴ ἄναφτε τὴ φωτιάν της, ἔστηνε τὴν χύτραν της, κι ἔβαφε κατακόκκινα τὰ πασχαλινὰ αὐγά. Ὕστερον ἡτοίμαζε τὴν λεκάνην της, ἐγονάτιζεν, ἐσταύρωνε τρεῖς φορὲς τ᾿ ἀλεῦρι κι ἐζύμωνε καθαρὰ καὶ τεχνικὰ τὶς κουλοῦρες, κι ἐνέπηγε σταυροειδῶς ἐπάνω τὰ κόκκινα αὐγά. Καὶ τὸ βράδυ, ὅταν ἐνύχτωνε, δὲν ἐτόλμα νὰ πάγῃ ν᾿ ἀνακατωθῇ μὲ τὰς ἄλλας γυναῖκας, διὰ νὰ ἀκούση τὰ Δώδεκα Εὐαγγέλια. Ἤθελε νὰ ἦτον τρόπος νὰ κρυβῇ ὀπίσω ἀπὸ τὰ νῶτα καμιᾶς ὑψηλῆς καὶ χονδρῆς ἢ εἰς τὴν ἄκραν οὐρὰν ὅλου τοῦ στίφους τῶν γυναικῶν, κολλητὰ μὲ τὸν τοῖχον, ἀλλ᾿ ἐφοβεῖτο, μήπως γυρίσουν καὶ τὴν κοιτάξουν.

Τὴν Μεγάλην Παρασκευήν, ὅλην τὴν ἡμέραν, ἐρρέμβαζε κι ἔκλαιε μέσα της, κι ἐμοιρολολοῦσε τὰ νιάτα της, καὶ τὰ φίλτατά της, ὅσα εἶχε χάσει, καὶ ὠνειρεύετο ξυπνητή, κι ἐμελετοῦσε νὰ πάγῃ κι αὐτὴ τὸ βράδυ, πρὶν ἀρχήση ἡ Ἀκολουθία, ν᾿ ἀσπασθῇ κλεφτὰ κλεφτὰ τὸν Ἐπιτάφιον, καὶ νὰ φύγῃ, καθὼς ἡ Αἱμόρρους ἐκείνη, ἡ κλέψασα τὴν ἴασίν της ἀπὸ τὸν Χριστόν. Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ὅταν ἤρχιζε νὰ σκοτεινιάζῃ, τῆς ἔλλειπε τὸ θάρρος καὶ δὲν ἀπεφάσιζε νὰ ὑπάγῃ. Τῆς ἤρχετο παλμός.

Ἀργὰ τὴν νύκτα, ὅταν ἡ ἱερὰ πομπή, μετὰ σταυρῶν καὶ λαβάρων καὶ κηρίων, ἐξήρχετο τοῦ ναοῦ, ἐν μέσῳ ψαλμῶν καὶ μολπῶν καὶ φθόγγων, ἐναλλὰξ τῆς μουσικῆς τῶν ὀρφανῶν Χατζηκώστα, καὶ θόρυβος καὶ πλῆθος καὶ κόσμος εἰς τὸ σκιόφως πολύς, τότε ὁ Γιαμπής, ὁ ἐπίτροπος, προέτρεχεν νὰ φθάση εἰς τὴν οἰκίαν του, διὰ νὰ φορέσῃ τὸν μεταξωτὸν κεντητόν του σκοῦφον, καὶ κρατῶν τὸ ἠλέκτρινον κομβολόγιόν του νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὸν ἐξώστην μὲ τὴ ματαιουμένην ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτους ἐλπίδα, ὅτι οἱ ἱερεῖς θὰ ἀπεφάσιζον νὰ κάμουν στάσιν καὶ ν᾿ ἀναπέμψουν δέησιν ὑπὸ τὸν ἐξώστην του, τότε καὶ ἡ πτωχὴ αὐτή, Χρηστίνα ἡ Δασκάλα (ὅπως τὴν ἔλεγαν ἕναν καιρὸν εἰς τὴν γειτονιάν), εἰς τὸ μικρὸν παράθυρον τῆς οἰκίας της, μισοκρυμμένη ὄπισθεν τοῦ παραθυροφύλλου, ἐκράτει τὴν λαμπαδίτσαν της, μὲ τὸ φῶς ἴσα μὲ τὴν παλάμην της, κι ἔρριπτεν ἄφθονον μοσχολίβανον εἰς τὸ πήλινον θυμιατόν, προσφέρουσα μακρόθεν τὸ μύρον εἰς Ἐκεῖνον, ὅστις ἐδέχθη ποτὲ τὰ ἀρώματα καὶ τὰ δάκρυα τῆς ἁμαρτωλοῦ, καὶ μὴ τολμώσα ἐγγύτερον νὰ προσέλθη καὶ ἀσπασθῆ τοὺς ἀχράντους καὶ ἡλοτρήτους καὶ αἱμοσταγεῖς πόδας Του.

Καὶ τὴν Κυριακὴν τὸ πρωί, βαθιὰ τὰ μεσάνυκτα, ἵστατο πάλιν μισοκρυμμένη εἰς τὸ παράθυρον, κρατοῦσα τὴν ἀνωφελῆ καὶ ἀλειτούργητην λαμπάδα της, καὶ ἤκουε τὰς φωνᾶς τῆς χαρᾶς καὶ τοὺς κρότους κι ἔβλεπε κι ἐζήλευε μακρόθεν ἐκείνας, ὅπου ἐπέστρεφαν τρέχουσαι, φροὺ φρού, ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, φέρουσαι τὰς λαμπάδας των λειτουργημένας, ἀναμμένας, ἕως τὸ σπίτι, εὐτυχεῖς, καὶ μέλλουσαι νὰ διατηρήσωσι δι᾿ ὅλον τὸν χρόνον τὸ ἅγιον φῶς τῆς Ἀναστάσεως. Καὶ αὐτὴ ἔκλαιε κι ἐμοιρολογοῦσε τὴ φθαρεῖσαν νεότητά της.