Τὸ Never let me go εἶναι μιὰ ταινία γιὰ τὴν θλίψη, δείχνοντας πόσο συμμετέχει τὸ βίαιο καὶ τὸ ἀναπόφευκτο στὴν οὐσία της, καὶ ὅτι οὐσία της εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς πραγματικότητας. Μερικοὶ δὲν τὸ ἀντέχουν αὐτό: «καλογυρισμένη και με καλές ερμηνίες αλλά γιατί να πάθω κατάθλιψη; γιατί να το δω; γιατί να γίνει αυτή η ταινία; Ποτέ Ποτέ ξανά!»

Ἡ ἐργασία σκηνοθέτη καὶ ἠθοποιῶν ἄψογη, ἰδίως τοῦ πρωταγωνιστικοῦ ζεύγους. Χωρὶς τὶς ἑρμηνεῖες αὐτές, μὲ τόση ἱκανότητα ὁδηγημένες ἀπὸ τὸν σκηνοθέτη Μὰρκ Ρόμανεκ, ὁ θεατὴς ποὺ ἐξεγείρεται δὲν θὰ ἔφτανε ποτὲ νὰ φοβηθεῖ τὰ αἰσθήματά του.

Ἡ ταινία κάνει νὰ μή πιστεύεις, πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ ἔζησαν τόσα χρόνια σὲ τόση θλίψη, ὅπως σ’ ἕνα χῶρο ποὺ μόνο μέσα του ὑπάρχει ἀκόμα καὶ ἡ χαρά. Κι ὅταν ἡ θλίψη χανόταν γιὰ λίγο, ἦταν γιὰ νὰ φανεῖ μὲ περισσότερη δύναμη, γιατὶ πάντα βρισκόταν πίσω ἀπὸ ὅλα, μέσα σὲ ὅλα, πέρα ἀπὸ ὅλα, ὅμως ὄχι ὡς ἀσθένεια. Γι’ αὐτὸ διστάζω νὰ χρησιμοποιήσω τὸν ὅρο κατάθλιψη, ποὺ ἀναφέρεται συνήθως σὲ ψυχοπαθολογικὲς καταστάσεις μὲ τὶς ὁποῖες ἴσως ἐκδηλώνονται ἀδιέξοδα τοῦ ἀχαλίνωτου ἐγωϊσμοῦ.

Ἡ θλίψη ἐδῶ προέρχεται ἀπὸ ὑγεία, ἂν ὑγεία δὲν εἶναι ἡ καλοπέραση τοῦ ἀναίσθητου κτήνους, ὁσοδήποτε ‘ἐξευγενισμένου’ καὶ ‘μορφωμένου’. Ποιός θὰ μποροῦσε νὰ ζεῖ μακριὰ ἀπὸ θλίψη ἢ πιὸ κοντὰ σὲ ὁτιδήποτε ἄλλο, ὅταν χάνεται ἡ πραγματικότητα;

Φαίνεται πὼς αὐτὸ κυρίως ἀπασχόλησε τὸν σκηνοθέτη, καὶ πρὶν ἀπὸ ὅλους τὸν συγγραφέα τοῦ βιβλίου ὅπου ἡ ταινία στηρίζεται, τὸν Καζοῦο Ἰσιγκοῦρο. Γι’ αὐτὸ ἡ τριάδα τῶν φίλων περιέχει ὡς σημεῖο διαφορετικῆς δυνατότητας τὴν Ρούθ, ἀνίκανη νὰ ἀγαπήσει, ἀνίκανη καὶ γιὰ τὴν θλίψη καὶ παραδομένη στὰ κατώτερα συναισθήματα τῆς ζήλειας, τοῦ φθόνου, τῆς κακίας, μὲ τὴν ἴδια τὴν ‘μετάνοιά της’ νὰ ἀκολουθεῖ μάταιη, μὲ ἀνώφελες τύψεις, χωρὶς ἀγάπη αἰχμάλωτη στὴν σκληρότητα.

Νομίζω πὼς ὁ θεατὴς ποὺ φοβήθηκε, δὲν θὰ βιαζόταν νὰ ἀποφύγει τὸν ἑαυτό του ἂν εἶχε σκεφτεῖ, γιὰ ποιό λόγο μεγάλωσε μέσα του ἡ θλίψη, ἂν ὄχι ἐπειδὴ ἀγάπησε τὸ ζευγάρι τῆς ταινίας — καὶ γιατί τοὺς ἀγάπησε, ἂν ὄχι ἐπειδὴ οἱ ἴδιοι εἶχαν τὰ συναισθήματα αὐτά;

Φεύγοντας μακριά τους φεύγει κανεὶς ἀπὸ τὴν πραγματικότητα, ‘φυγαδεύεται’ σὲ ἀνώδυνες καταστάσεις, ὅπου οἱ λέξεις χάσκουν ἄδειες ἀπὸ τὴν ἀληθινή τους σημασία καὶ ὑγιῆ θεωροῦνται τὰ playboys.

Ἡ ταινία δομεῖται σὲ στρώματα θλίψης, μὲ κυρίαρχη τὴν κακοποίηση ποὺ ὑφίσταται τὸ ζευγάρι ἀπὸ τὴν φίλη τους. Ὁ θεατὴς ἀργεῖ νὰ βεβαιωθεῖ ποιά εἶναι ἡ ‘μοῖρα’ τῶν δύο παιδιῶν, ποὺ ἔρχεται σὰν μιὰ ὑπερβολὴ τῆς πιὸ ἄμεσης κακοποίησής τους. Ἐμποδίζονται γιὰ τὸ σημαντικὸ γιὰ τὸ ὁποῖο εἶναι ἕτοιμοι, καὶ τόσο γρήγορα τὸ στεροῦνται ὁλοκληρωτικά.

Οἱ ὑπόλοιποι πεθαίνουν ἔχοντας τὸ πολὺ μιὰ ἀνησυχία γιὰ τὴν βιολογική τους προέλευση, τραγικὴ ἐπίγνωση κάποιας ἀδικίας, ὅμως τὸ ζευγάρι ὑφίσταται μιὰ κακοποίηση μὲ ἀσύγκριτες διαστάσεις.

Πρόκειται στὴν οὐσία γιὰ τὸ θέμα τοῦ πάσχοντος ἀθώου, μὲ τὴν ἀθωότητα νὰ μήν ἔχει δικανικὴ σημασία ἀλλὰ ἐκείνη τῆς γνήσιας πραγματικότητας ποὺ περιφρονεῖται ἀπὸ τὸ ἀσήμαντο. Ἀπ’ ὅπου ὁ τίτλος, ποτέ μή μ’ ἀφήσεις, ἀκατανόητος, ἂν πεῖ κανεὶς ὅτι ἀναφέρεται σὲ ὅσα ἡ κοινωνία ἢ ὁποιαδήποτε ἐξωτερικὴ μοῖρα ἐπιβάλλει.

Γι’ αὐτὸ ἡ ταινία ἔχει πληρότητα συγκινητική, μολονότι ἀπουσιάζουν οἱ θρησκευτικὲς ἀναφορές, κινεῖται δὲ τελείως πέρα ἀπ’ ὅσα οἱ κοινωνικοὶ ἐπαναστάτες θὰ θεωροῦσαν φυσιολογικὰ καὶ θὰ ἀνέμεναν ἀπὸ μιὰ ταινία ποὺ θίγει ζητήματα τῆς κλωνοποίησης. Ὅπως λέει ἡ Κάθι, “γιὰ αὐτὸ ποὺ δὲν εἶμαι σίγουρη, εἶναι ἂν οἱ ζωές μας ἦταν τόσο διαφορετικὲς ἀπὸ τὶς ζωὲς ἐκείνων ποὺ σώσαμε. Ὅλοι ὁλοκληρώσαμε…”