Ἡ ταινία κάνει νὰ μή πιστεύεις, πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ ἔζησαν τόσα χρόνια σὲ τόση θλίψη, ὅπως σ’ ἕνα χῶρο ποὺ μόνο μέσα του ὑπάρχει ἀκόμα καὶ ἡ χαρά. Κι ὅταν ἡ θλίψη χανόταν γιὰ λίγο, ἦταν γιὰ νὰ φανεῖ μὲ περισσότερη δύναμη, γιατὶ πάντα βρισκόταν πίσω ἀπὸ ὅλα, μέσα σὲ ὅλα, πέρα ἀπὸ ὅλα, ὅμως ὄχι ὡς ἀσθένεια. Γι’ αὐτὸ διστάζω νὰ χρησιμοποιήσω τὸν ὅρο κατάθλιψη, ποὺ ἀναφέρεται συνήθως σὲ ψυχοπαθολογικὲς καταστάσεις μὲ τὶς ὁποῖες ἴσως ἐκδηλώνονται ἀδιέξοδα τοῦ ἀχαλίνωτου ἐγωϊσμοῦ.

Ἡ θλίψη ἐδῶ προέρχεται ἀπὸ ὑγεία, ἂν ὑγεία δὲν εἶναι ἡ καλοπέραση τοῦ ἀναίσθητου κτήνους, ὁσοδήποτε ‘ἐξευγενισμένου’ καὶ ‘μορφωμένου’. Ποιός θὰ μποροῦσε νὰ ζεῖ μακριὰ ἀπὸ θλίψη ἢ πιὸ κοντὰ σὲ ὁτιδήποτε ἄλλο, ὅταν χάνεται ἡ πραγματικότητα;