Ο εκχριστιανισμός των εκτός Βυζαντίου Σλάβων και η ένταξή τους στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, δηλώνει τη νέα ενοποίηση του βαλκανικού χώρου. Αυτήν που τα χαρακτηριστικά της δεν είναι πολιτικής ή στρατιωτικής υφής, αλλά είναι καθαρά πνευματικά: ως ενσωμάτωση των βαλκάνιων λαών στην κωνσταντινουπολίτικη ορθοδοξία διαρκεί ώς τα σήμερα, άσχετα από εκκλησιαστικές αποσχίσεις διοικητικού και όχι δογματικού χαρακτήρα. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι το θεμέλιο της βαλκανικής κοινότητας, στο μέτρο βέβαια που μια τέτοια ενότητα υπάρχει, είναι η ορθοδοξία, έργο αυτό βυζαντινό, όπως άλλωστε και η δημιουργία της λεγόμενης κυριλλικής γραφής, η μετάφραση στα σλαβονικά των ιερών κειμένων και βέβαια και η τέχνη, αρχιτεκτονική, ζωγραφική ή μικροτεχνία, που συνοδεύει τη χριστιανική ευλάβεια.

Να τονίσω λοιπόν ότι χριστιανικό και ελληνόφωνο πολιτισμικά το Βυζάντιο έγινε γρήγορα, παρά την πολυεθνική σύσταση του πληθυσμού του, ο νέος ευρύς χώρος δράσης του μεσαιωνικού ελληνισμού που, μπολιασμένος από τον χριστιανισμό και από τα ρωμαϊκά κατορθώματα, αναδεικνύεται σε παγκόσμια δύναμη της εποχής, πολιτική και πνευματική.

Η επεξεργασία και η διάδοση της Ορθοδοξίας, που αποτελεί μαζί με τη συνέχεια της γλώσσας το θεμέλιο του νέου ελληνισμού, είναι έργο καθ’ όλα βυζαντινό, δηλαδή της Ρωμιοσύνης.

Ο 11ος αιώνας, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος του 12ου, ώς τη Φραγκοκρατία, αποτελούν την εποχή της εμπέδωσης του Βυζαντίου, της διάδοσης της αυτοκρατορικής πνευματικής και καλλιτεχνικής ακτινοβολίας του στον χώρο των Βαλκανίων. Η βυζαντινή επιρροή, παρά την αφύπνιση των εθνικών κρατών της περιοχής, των Βουλγάρων, που ανασυντάσσουν το κράτος τους, και λίγο αργότερα των Σέρβων, που καταφέρνουν χάρη στις νίκες του Στέφανου Ντουσάν, στα μέσα του 14ου αιώνα, να προωθηθούν σε Μακεδονία και Θεσσαλία, θα μείνει ανεξίτηλη και μετά το Βυζάντιο, ορατή μάλιστα θα πω ώς τις μέρες μας.

Το έργο του N. Jοrga “Byzance après Byzance” καταγράφει ακριβώς τις βυζαντινές επιβιώσεις στον βαλκανικό χώρο. Αφορούν βέβαια τις εκκλησιαστικές παραδόσεις, τις καλλιτεχνικές επιδόσεις (ιδιαίτερα στη ζωγραφική κατά την εποχή των Παλαιολόγων), αλλά και τις διοικητικές επιδράσεις που εκφράζει ιδιαίτερα η χρήση του ρωμαϊκού δικαίου στις βαλκανικές χώρες, όπως το είχαν επεξεργαστεί οι μεγάλοι νομοδιδάσκαλοι, ο Αρμενόπουλος με την Εξάβιβλο και ο Βλαστάρης.