Κατά την περιγραφή του Brocquiere, η κουζίνα των Τουρκομάνων ήταν απλή και βασιζόταν κυρίως στα προϊόντα από τα κοπάδια τους -κρέας, γάλα, γιαούρτι, βούτυρο και τυρί, που τα συμπλήρωναν με κεχρί ή άλλα δημητριακά, με φρούτα, μέλι, αυγά, και ένα είδος άζυμης πίτας αντί για ψωμί (την οποία έψηναν σε φορητό, μεταλλικό δίσκο πάνω από τη φωτιά, όπως φτιάχνουμε τις πίτες σήμερα). Η παρασκευή της άζυμης πίτας ήταν πολύ διαφορετική από του ψωμιού: οι Τουρκομάνοι δεν είχαν φούρνο (φούρνους) που χρησιμοποιούσαν οι Αρμένιοι και οι Έλληνες. Είναι σημαντικό το ότι η μικρασιατική τουρκική ορολογία για το ψωμί και την παρασκευή του περιλαμβάνει πολλές λέξεις με βυζαντινή προέλευση.
Πολλά στοιχεία της περίτεχνης -όπως εξελίχθηκε αργότερα- τουρκικής κουζίνας ήταν άγνωστα στους Τουρκομάνους νομάδες: προέρχονταν από την κουζίνα των μόνιμα εγκατεστημένων κοινωνιών και ήταν ήδη καθιερωμένα στον κόσμο της ανατολικής Μεσογείου τουλάχιστον από τη ρωμαϊκή εποχή, ίσως και πιο πριν. Μια ματιά στο έργο Δειπνοσοφισταί του Αθηναίου επιβεβαιώνει την εντύπωση αυτή: ο γαστρονόμος βρίσκει στις σελίδες του αναφορές όχι μόνο στους ντολμάδες αλλά και στα διάφορα γλυκά της Ανατολής. Τα γλυκά των Τούρκων ήταν παρόμοια με αυτά που γεύονταν οι Βυζαντινοί. Τα βασικά τους υλικά ήταν συνήθως ζύμη, σουσάμι, σιτάρι, ξηροί καρποί, μέλι και διάφορα φρούτα.