Μήπως ἡ προσπάθεια νὰ ἀναχθεῖ τὸ ποίημα καθοριστικὰ σὲ περιστάσεις τὸ ἀδικεῖ, διότι ἂν δὲν γινόταν νὰ κατανοηθεῖ παρὰ μόνο ἀπὸ τοὺς ψαράδες καὶ τοὺς βοσκοὺς τῆς Ἑλλάδας τοῦ 6ου αἰῶνος π.Χ., πόσο μεγάλη θὰ ἦταν ἡ σπουδαιότητά του; Ἄλλωστε τὴν ἐποχὴ ποὺ γράφει ἡ Σαπφώ, οἱ Ἕλληνες δὲν ἔχουν ἀκόμη υἱοθετήσει τὴν αὐστηρὴ διαίρεση τῆς ἡμέρας σὲ 24 ὧρες (αὐτὸ θὰ συμβεῖ τὸν καιρὸ τοῦ Ἀλέξανδρου), ὁπότε τὰ ‘μεσάνυχτα’ περιέχουν μιὰ ἀπροσδιοριστία. Πιστεύω πὼς ἀξίζει οὕτως ἢ ἄλλως νὰ σκεφτεῖ κανεὶς τί μπορεῖ νὰ συγκίνησε τόσες γενιές.

Ἂς διαβάσουμε μιὰ μετάφραση ἀνυποψίαστη γιὰ ὅσα λέει ὁ Καστοριάδης: τὸ φεγγαράκι κρύφτηκε, κι ἡ Πούλια· μεσονύχτι· κι ἡ ὥρα φεύγει καὶ περνᾶ, κι ἐγὼ μόνη ξαπλώνω” (Σαπφώ, Τὰ Ποιήματα, μτφρ. Σ. Κακίσης, Ἀθήνα 1988, σ. 161.) Τὸ μέτρο αὐτῆς τῆς ἀπόδοσης προδίδει τὸ πρωτότυπο μὲ τὴν ἐλαφράδα, ὅπως καὶ ἡ σειρὰ τῶν λέξεων, καὶ τὸ παιχνιδιάρικο ‘φεγγαράκι,’ καὶ ἡ διφορούμενη ἀποκρυβή. Ἐπιμένοντας σὲ ἀνάγνωση ἐγγύτερη στὴν ἀρχικὴ πυκνότητα, θὰ μετέφραζα ὡς ἑξῆς: ἔχει πιὰ δύσει ἡ Σελήνη κι ἡ Πούλια, μεσάνυχτα σκοτάδια, κι ἡ ὥρα φεύγει, κι ἐγὼ ἔχω πέσει μόνη νὰ κοιμηθῶ.”

Εἶναι προφανὴς ἡ συμμετρία ἀρχῆς καὶ τέλους — δέδυκε / κατεύδω — ὅπου ἐπαναλαμβάνονται ἐπίσης τὰ ‘σκληρὰ’ κ καὶ δ, ἐπεκτείνοντας τὴν ταύτιση καὶ στὴν ‘ἐξωτερικότητα’ τῶν λέξεων: πρόκειται γιὰ δύο δύσεις. Τὴν συμμετρία δὲν μπόρεσα νὰ ἀποδώσω παρὰ μόνο στὴν θέση καὶ στὴν ὁμοιότητα τῆς (τετελεσμένης) κίνησης τῶν πέφτω καὶ δύω.

Τί μπορεῖ νὰ σημαίνει στὰ συμφραζόμενα τῶν δύσεων ἡ δήλωση ὅτι ‘φεύγει ἡ ὥρα’; Προχωράει στὸ ξημέρωμα, ἔπειτα σὲ νέα λάμψη τῆς Σελήνης καὶ νέο κύκλο; Τὸ ποίημα δὲν ἐπιτρέπει τέτοιο συμπέρασμα, διότι κλείνοντας στὸ κατεύδω ἀποκόβει ἀπὸ τὴν ἐπανάληψη.

Τὸ πέρασμα τῆς ὥρας, ἂν δὲν εἶναι περιττὴ προσθήκη, πρᾶγμα ἄτοπο γιὰ καλὸ ποίημα καὶ μάλιστα Προσωκρατικῶν, συμβαίνει ἀπὸ τὴν ἔξω νύχτα στὸ μέσα σκοτάδι, στὴν ἐγκατάλειψη τοῦ χρόνου. Ἡ Σελήνη καὶ οἱ Πλειάδες ἡγοῦνται μιᾶς ὥρας ποὺ συνοδεύει ἢ ὑπογραμμίζει τὴν ἔξοδο τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ φῶς τῆς ζωῆς.

Τὸ ποίημα ὑποβάλλοντας μνήμη φωτὸς ἤδη ἀνίσχυρου, μέσα ἀπὸ τὴν Σελήνη, συνεχίζοντας σὲ ἀκόμη πιὸ μικρὸ καταλήγει στὴν δύση καὶ βύθιση τῆς ψυχῆς. Τὸ πέρασμα τῆς ὥρας ὡς διάχυση τῆς νύχτας παντοῦ, σημαίνουν σὰν χτύποι καμπάνας τὰ ἀλλεπάλληλα ‘δὲ’ (καὶ) ποὺ συνδέουν τὶς προτάσεις.