Τὸ δίδαγμα αὐτὸ μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ καλὰ σὲ ὁποιονδήποτε, ὅμως —κι ἂν ἔστω γίνει ἀποδεκτὸ καὶ ὄχι μόνο ἀντιληπτό— γιὰ νὰ ἐφαρμοστεῖ χρειάζεται πάνω ἀπ’ ὅλα νὰ ἔχεις κάτι νὰ πεῖς, κι αὐτὸ δὲν διδάσκεται ὅσο κι ἂν μοχθεῖς στὰ σκοτάδια τῆς νύχτας, ὅπως περιέγραφε τὴν δημιουργία ὀ Σιμπέλιους μὲ ἀφορμὴ τὰ ἔργα αὐτά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὁ Φιλλανδικὸς λαὸς ἀντλεῖ καὶ σήμερα ἔμπρακτη καὶ μεγάλη ὑπερηφάνεια, ἐπενδύοντας στὴ μουσικὴ ἐκπαίδευση κεφάλαια ποὺ θὰ ζήλευαν οἱ ὑπερδυνάμεις τοῦ πλανήτη. Τὸ ἄπιαστο χάρισμα τοῦ ἠχοχρώματος καὶ ἀκόμα περισσότερο τῆς μελωδίας, πάνω καὶ ἀπὸ τὴν γενικὴ ὀργάνωση, πιὸ φανερὰ καὶ πιὸ ἀναμφίβολα ὑπερβαίνουν τὶς προσωπικὲς δυνάμεις σημαίνοντας τὴν ἔμπνευση, ὅταν “γιὰ μιὰ στιγμὴ ὁ Θεὸς ἀνοίγει τὴν πόρτα Του καὶ ἡ Ὀρχήστρα Του παίζει τὴν 5η Συμφωνία”. Ἡ Συμφωνία μὲ τὴν αἰθέρια ἀκριβῶς μελωδία τῆς εἰσαγωγῆς εἶχε πείσει τὸν Σιμπέλιους γιὰ τὴν προέλευση τοῦ ἔργου τέχνης.