Ποτὲ δὲν μ’ ἐνδιέφεραν ἡ φήμη, ἡ δόξα. Μόνος πόθος μου: νὰ περνῶ πάντα ἀπαρατήρητος, ἂν δὲν τὸ μποροῦσα εὐχάριστος, ἀνάμεσα στοὺς συγκαιρινούς μου «συνοδίτας». Κι ὅμως ἄκουσα κι αὐτὴ τὴν κουβέντα, ποὺ μοῦ ἐξετόξευσε, δὲν ξέρω πιὰ σὲ τί φύλλο, ἀγανακτισμένος «φιλολογικός» του συνεργάτης: «Ἐγγονόπουλε, πάψε πιὰ νὰ βασανίζεσαι καὶ νὰ μᾶς βασανίζης!»…

Τώρα, ποιοί οἱ ἀποτελοῦντες τ’ ὀργισμένο πλῆθος, ποὺ μὲ καταδίκαζε κι ἐμένα; Οἱ αἰώνιοι, οἱ γνωστοί, οἱ συνηθισμένοι.

Πρὶν ἀπ’ ὅλα οἱ ἀδιάφοροι, ποὺ οἱ συνήθεις ἀσχολίες τους εἶναι τελείως ἄλλες καὶ γιὰ τοὺς ὁποίους: πνεῦμα, ποίησις, τέχνες, εἶναι ἄφραγο χωράφι, ὅπου πιστεύουν ὅτι δικαιοῦνται νὰ μπαίνουν ὡς τὸ κρίνει τὸ κέφι τους, ν’ ἀνοηταίνουν, νὰ «σπᾶν πλάκα» κατὰ τὸ δὴ λεγόμενο. Μάλιστα ὅταν βρεθοῦν καὶ καλοθελητὲς νὰ τοὺς ἐμπνεύσουν καὶ νὰν τοὺς κάμουν τὴν ἀρχή!… (Ἄλλωστε, γι’ αὐτοὺς κάθε τὶ ποὺ δὲν ἔχει ἄμεση ὠφελιμότητα εἶναι, κατ’ ἀρχήν, ἀσυζήτητα «γελοῖο».)

Ὕστερα οἱ «νερόβραστοι», αὐτοὶ ποὺ πιθανὸν νὰ ἔχουν κάποιο μικρὸ ἐνδιαφέρον γιὰ μίαν ἐλάχιστη περιοχὴ τῆς τέχνης καὶ πού, μέσ’ στὴν ἄγνοια καὶ τὴν ἀμάθειά τους, τὴν ἡμιμάθειά τους ἔστω, παίρνουν κι αὐτοὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτίθενται καὶ νὰ βρίζουν μ’ ὅσους διαφωνοῦν.

Ἔπειτα οἱ καθαρῶς κακοί, ποὺ ἀπονέμουν εἰς ἑαυτούς, ἔτσι, τὸ δικαίωμα νὰ βλάπτουν τοὺς συνανθρώπους μὲ κάθε πρόφαση. Ἀλήθεια, οἱ ἀναγνωρίζοντες εἰς ἑαυτοὺς δικαιώματα δὲν ἀξίζουν καὶ πολλὰ πράγματα: ὁ πραγματικὰ πνευματικὸς ἄνθρωπος καθήκοντα, καὶ μόνο, παραδέχεται κι ἀναγνωρίζει στὸν ἑαυτό του…

Πάντως τὸ πλέον ὀδυνηρὸ τῆς ὅλης προπολεμικῆς μου αὐτῆς περιπέτειας ἦταν ἄλλο. Ἡ στάσις τῶν «ἀνθρώπων τοῦ πνεύματος» καὶ τῶν «συναδέλφων» γύρω μου.

Ἀπὸ τοὺς ἀδιάφορους πρὸς τὴν ποίηση, ἢ μᾶλλον τοὺς ξεκάθαρα ἐχθροὺς τῆς ποιήσεως, οἱ λοιδωρίες κι οἱ ἐπιθέσεις σ’ ἕναν γνήσιο ἐκπρόσωπό της. Χαρά τους νὰ τὸν βρίσουν, νὰ προσπαθήσουν νὰ τὸν ἐξοντώσουν. Μέχρις ἐκείνων ποὺ μπορούσανε νὰ καταλάβουν τί ἔλεγα, καὶ νὰ προσπαθήσουν νὰ ἁπαλύνουν, νὰ κατευνάσουν τὸ ἄνομο φέρσιμο, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκαμαν, ὠθούμενοι εἴτε ἀπὸ συμφέρον, εἴτε ἀπὸ σκέτη ζήλεια…

Μπροστά μου, ἄλλοι μοῦ ἔκαναν τὸν φίλο, ἄλλοι τὸν ἐπιεικῆ, πίσω μου ὅλοι τους συνένωναν τὶς φωνές τους μὲ τὸ σκυλολόι. Νὰ μὴ λείψουν νὰ ἐκδικηθοῦν, μὲ τὸν τρόπο τους, ἐκεῖνον ποὺ ἔκανε αὐτὸ ποὺ κι οἱ ἴδιοι θὰ ποθοῦσαν νὰ ἔκαναν, ἀλλὰ δὲν εἶχαν τὴν ἱκανότητα.

Κι οἱ Θεοὶ ἡττῶνται ὅταν τὰ βάλουν μὲ τὴ βλακεία, λέει ὁ Γερμανὸς ποιητής. Ποῦ θὰ βρισκόμουν καταβαραθρωμένος, ποὺ δὲν εἶμαι, ἁπλῶς, παρὰ ἕνας ζωγράφος καὶ ποιητὴς μὲ σῶμα θνητό; Ἂν ἐσώθηκα, αὐτὸ τὸ χρωστῶ στοὺς ἐλάχιστους φίλους ποὺ μοῦ παραστάθηκαν…

Τὸ σημείωμα αὐτό, ποὺ πρέπει νὰ εἶναι ὅσο τὸ δυνατὸ συντομώτερο, δὲν μοῦ ἐπιτρέπει νὰ ἐπεκταθῶ καὶ στὸ ποιητικό μου «πιστεύω»… Θὰ περιοριστῶ σὲ μερικὲς γραμμὲς μόνο γιὰ τὴ γλώσσα ποὺ χρησιμοποιῶ. Κι ἡ ὁποία δέχτηκε συχνὰ τὸν χαρακτηρισμό, σὰν ψόγο, τῆς «μικτῆς». Πρέπει νὰ πῶ πὼς εἶναι ἁπλούστατα ἡ γλώσσα ποὺ μιλῶ. Ἄλλωστε πρωτεύουσα σημασία δὲν ἔχει τὸ νὰ γίνεται κανεὶς ἀντιληπτὸς ἀπὸ κείνους ποὺ ἐπιθυμοῦν, πραγματικά, νὰ τὸν καταλάβουν;

Νόμιμη γλώσσα, γιὰ μᾶς, εἶναι ἡ γλώσσα ἡ ἑλληνική. Δὲν ἔχουν κανένα νόημα ἀπολύτως αὐτὲς οἱ γνῶμες οἱ φανατικὲς γιὰ «μικτή», «καθαρεύουσα», «δημοτική». Πρέπει ν’ ἀντιμετωπίζονται μὲ ἀπόλυτη ἀδιαφορία ἤ, ἂν τὸ θεωροῦμε σκόπιμο, μ’ αὐτὸν τὸν μόνον ἐπιτρεπόμενο φανατισμό: ἐκεῖνον ποὺ ἐμπνέει τὸν πόλεμο ἐναντίον κάθε εἴδους φανατισμοῦ.