Δεν μπορούμε να περιορίσουμε την Ευρώπη σε αυτό που ονομάζουμε Δυτική Ευρώπη. Πιστεύω ότι οι πολιτιστικές ρίζες είναι ταυτόχρονα αυτό που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά αλλά και αυτό που κάθε γενιά διαλέγει από το παρελθόν.
Οι πολιτιστικές ρίζες είναι η κληρονομιά των μεγάλων πολιτισμών του ευρωπαϊκού παρελθόντος, πρωτίστως της Ελλάδας και της Ρώμης.
Είναι ακόμη στοιχεία που έρχονται από τους κόσμους των Κελτών, των γερμανικών φύλων (οι “βάρβαροι” του Μεσαίωνα), των Σλάβων.
Αν θέλουμε να είμαστε πιο ακριβείς, είναι προφανές ότι οι ρίζες του δικαίου μας είναι κυρίως ρωμαϊκές (μολονότι υπάρχουν σε κάθε χώρα τοπικά δίκαια). Οι ρίζες του φιλοσοφικού και του μαθηματικού στοχασμού είναι ελληνικές. Η ευρωπαϊκή ζωγραφική και γλυπτική είναι σε μεγάλο βαθμό κληρονομιά της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας.
Αλλά δεν είναι μόνο οι ρίζες. Κάθε εποχή φέρνει το δικό της νέο στοιχείο και κάθε πολιτισμός είναι φτιαγμένος από ένα κράμα ριζών, αναμνήσεων, παραδόσεων, καινοτομιών και αλλαγών.
Το Βυζάντιο ανέπτυξε έναν αυθεντικό πολιτισμό που είχε χιλιετή διάρκεια. Αυτός ο πολιτισμός ανήκει στην ιστορία της Ευρώπης: η Ελλάδα, η Νότια Ιταλία, ένα μέρος των Βαλκανίων ήταν μέρος αυτής της αυτοκρατορίας.
Πολυάριθμες ήταν επίσης οι σχέσεις του βυζαντινού κόσμου με τη λατινική Ευρώπη, παρά τις συγκρούσεις και τη λεηλασία του 1204. Το Βυζάντιο ανήκει επίσης στην ιστορία της Εγγύς Ανατολής, αποτελώντας τη συνέχεια της Ελλάδας της Ασίας, δηλαδή της Εφέσου, της Αντιοχείας κτλ., και της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Δεν πρέπει λοιπόν να περιορίζουμε την Ευρώπη στο δυτικό τμήμα της. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, όπως και ο σλαβικός κόσμος ή ο σκανδιναβικός κόσμος, είναι ευρωπαϊκοί.
Στην ίδια την Ευρώπη διατήρησαν ή ανακάλυψαν κατά την πάροδο των ετών ελληνικά κείμενα που είχαν μεταφραστεί. Συνέβη επίσης, και αυτό είναι πιο σημαντικό, η ανακάλυψη ελληνικών κειμένων που δεν τα είχαν στη Δυτική Ευρώπη.
Αυτό έγινε με ποικίλους τρόπους: μεταβαίνοντας επί τόπου στην Κωνσταντινούπολη ή στην Αντιόχεια και επιστρέφοντας με χειρόγραφα· μέσα από μεταφράσεις που είχαν γίνει από Σύρους και που κυκλοφορούσαν στον αραβικό κόσμο ως και την Ισπανία· μέσα από τα σχόλια που είχαν γίνει από μουσουλμάνους όπως ο Αβερρόης· μέσα από μεταφράσεις που είχαν γίνει από Λατίνους. Μεταξύ του 10ου και του 13ου αιώνα ο αριθμός των κειμένων που ανακαλύφθηκαν αυξήθηκε. Και έπειτα ήρθε το μεγάλο κύμα κειμένων που έφεραν οι Βυζαντινοί στο τέλος του 14ου και στις αρχές του 15ου αιώνα, λίγο πριν και λίγο μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους.