Ο γονέας είναι η πρώτη μορφή παραπαιδείας στην οποία συνηθίζει ένα παιδί και φυσικά ένας από τους βασικότερους λόγους που αργότερα, όταν ο γονέας αδυνατεί πλέον να στηρίξει μαθησιακά το παιδί, έρχεται σαν φυσικό επακόλουθο το φροντιστήριο ή το ιδιαίτερο μάθημα.

Οι γονείς πρέπει να καταλάβουν ότι αυτό που κάνουν έχει πολλές αρνητικές επιπτώσεις.

Καταρχάς έχουμε ακύρωση του εκπαιδευτικού έργου του δασκάλου ή του καθηγητή. Τα παιδιά αντί να σκέφτονται «πρέπει να προσέξω στο μάθημα γιατί εδώ είναι το μόνο μέρος για να μάθω» επαναπαύονται στην ιδέα ότι στο σπίτι τα περιμένει το μεσημέρι η μαμά ή ο μπαμπάς για να τους τα πούνε καλύτερα…

Από την άλλη μεριά δημιουργείται στον εκπαιδευτικό μια εικονική πραγματικότητα της τάξης όπου όλοι σχεδόν οι μαθητές “τραβάνε”, ενώ στην πραγματικότητα υπάρχει ένα σύστημα “βαριάς βιομηχανίας” από πίσω… Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος όπου οι αδυναμίες του κάθε μαθητή δεν φτάνουν ποτέ στον εκπαιδευτικό αλλά μπαλώνονται όπως-όπως από τον γονέα.

Επίσης πολλοί γονείς μπαίνουν και στον πειρασμό να διαβάσουν τα παιδιά [προκαταβολικὰ] και στο παρακάτω μάθημα χαλώντας ένα από τα βασικότερα κίνητρα μάθησης: το στοιχείο της έκπληξης για το καινούργιο. Μετά μάλιστα αναρωτιούνται γιατί το παιδί τους βαριέται κατά την παράδοση…

Φυσικό επακόλουθο, υποκαθιστώντας τον εκπαιδευτικό του σχολείου, είναι να συγκρίνονται με αυτόν και να καταφεύγουν συνήθως σε επικριτικά σχόλια για την επάρκεια του και μάλιστα μπροστά στο παιδί τους, “πυροβολώντας” το παιδαγωγικό πρότυπο από κοντινή απόσταση.

Σε ακραίες μάλιστα περιπτώσεις απαιτούν από τον εκπαιδευτικό αυτόν να προσαρμοστεί “στον δικό τους τρόπο” και στη δική τους νοοτροπία για το διδασκαλία του μαθήματος.

Και φυσικά ένας γονέας που έχει καταναλώσει τόσο χρόνο, κόπο και συναίσθημα σε μια τέτοια επένδυση περιμένει και την ανάλογη ανταμοιβή, οπότε γίνεται ιδιαίτερα σκληρός όταν αυτή για κάποιους λόγους δεν αποδίδει.

Τότε αφού μοιράσει ευθύνες ( στον εκπαιδευτικό και στο παιδί του) καταλήγει να ανεβάσει στροφές στην εκπαίδευση του παιδιού οδηγώντας το, πολλές φορές, στην εξάντληση και στην απέχθεια για μάθηση.

Η μητέρα ή ο πατέρας παίζοντας το ρόλο του εκπαιδευτικού καταργεί, έστω και προσωρινά, τον ουσιαστικό του ρόλο, του γονιού. Έτσι γίνεται άσκοπη κατανάλωση χρόνου και ενέργειας που θα μπορούσαν να αφιερωθούν στην ανάπτυξη της σχέσης γονέα – παιδιού…

Έχοντας μιλήσει με πολλά παιδιά που τα διαβάζουν οι γονείς τους ( συνήθως η μητέρα ) καταλήγουμε στα εξής συμπεράσματα:

1) τα παιδιά το θεωρούν αναγκαίο κακό. Νιώθουν ότι χωρίς το διάβασμα των γονέων δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στα μαθήματα του σχολείου.

2) Δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να διαβάσουν μόνα τους.

3) Νιώθουν πολύ μεγάλη πίεση από το γονέα την ώρα που τα διαβάζει και μάλιστα διακατέχονται από πολύ αρνητικά συναισθήματα για κείνον την ώρα αυτή.

4) Δεν έχουν αναπτύξει αρκετά τη κριτική σκέψη και έχουν συνηθίσει να μαθαίνουν με τη χρήση της αποστήθισης και της μίμησης.

5) Έχουν βραχυπρόθεσμη μνήμη στα όσα μαθαίνουν από τους γονείς τους

6) παραπονιούνται ότι οι γονείς “θέλουν και το [παραμικρό] και” για να είναι ευχαριστημένοι.

7) βαριούνται το μάθημα στην τάξη και δεν έχουν και σε ιδιαίτερη εκτίμηση τους εκπαιδευτικούς του σχολείου τους.