Δὲν εἶναι εὐρύτερα γνωστή, ὅσο ἂς ποῦμε ἡ Δημουλᾶ, ὅμως καὶ ἡ ἁπλὴ μνημόνευση ἀμφοτέρων ἀδικεῖ τὴν Ἑλένη Λαδιᾶ, γιατὶ ἀνύπαρκτη ἡ σχέση της μὲ τὴν ἀπαιδευσία καὶ τὴν ἀπουσία ταλάντου καὶ ἐμπνεύσεως.

Διαβάζω μὲ προσοχὴ τὰ κείμενά της γιὰ τὴν ποιητικότητα ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν μεγάλη της ἀρχαιογνωσία (πάντα θὰ μάθω κάτι νέο στὶς σελίδες της), τὴν προσοχὴ στὴν ἀκρίβεια τῆς ἔκφρασης, τὴν συγκρότηση, τὴν ἐπιδίωξη πληρότητας καὶ τὸν σεβασμὸ στὸν ἀναγνώστη της, γιὰ τὸν ὁποῖο συγκεντρώνει τὰ περισσότερα καὶ καλύτερα, κυρίως ἀπὸ ἐντός της — καὶ δὲν εἶναι λίγα ὅσα ἔχει. Σὲ ἡμέρες τρελές, μὲ μάτια στὸ σχῆμα τοῦ Εὐρώ, ὑπάρξεις ὅπως τῆς Ἑλένης παρηγοροῦν μεταφέροντας στὴν πραγματικότητα — ἄν θέλουμε νὰ ἀκολουθήσουμε, ἐννοεῖται.