Ἂν αὐτό ’χες θελήσει, δὲν ἔπρεπε μέσα

ἀπὸ σπλάχνα γυναίκας νὰ περάσεις:

Ἂς ἔσκαβαν, σωτῆρες γιὰ νά βρουν,

τὰ σπλάχνα τῶν βουνῶν, ὅπου ἀπὸ τὸ σκληρὸ τὸ σκληρὸ βγαίνει.

Δὲ νοιώθεις πόνο ἐσύ, ἔτσι νὰ ἐρημώνεις

τὴν ἀγαπημένη κοιλάδα σου;

Δὲς τὴν ἀνημποριά μου!

Δὲν ἔχω παρὰ ρυάκια ἀπὸ γάλα κι ἀπὸ

δάκρυα μόνο —

μὰ ἐσὺ μέσα στὸ ὑπέρμετρο ἦσουν πάντα…

Μὲ πόση δὲ μοῦ εὐαγγελίστης πολυτέλεια! Γιατί ὅμοια ἄγριος ἀπ’ τὰ σπλάχνα μου δὲ βγῆκες;

Ἂν μόνο τίγρεις χρειάζεσαι, νὰ σὲ ξεσκίσουν,

γιατί μ’ ἔμαθαν, τότε, στὸν γυναικωνίτη,