Τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ὅτι στὴν καλοπέραση τοῦ πλούσιου ὁ φτωχὸς ὑποφέρει. Θὰ μποροῦσε νὰ τὸν βοηθήσει ὁ Θεὸς μὲ χίλιους τρόπους, τὸν θέλει ὅμως φτωχὸ σὺν τοῖς ἄλλοις πρὸς ὄφελος τοῦ πλούσιου, μήπως ἡ ταλαιπωρία τοῦ ἑνὸς γίνει αἰτία νὰ ἐλαττωθεῖ ἡ σκληρότητα τοῦ ἄλλου. Οἱ πύλες τῆς Βασιλείας δὲν κλείνουν γιὰ τὸν πλούσιο ἐπειδὴ ‘τιμωρεῖται’ ἡ φιλαργυρία, ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ὁ εἰσερχόμενος, ἔχει ἀλλοῦ τὴν ἐλπίδα καὶ ἀπόλαυσή του.

Σὲ ἐποχὲς ‘ἀριστερᾶς’ καὶ ‘μαρξισμοῦ’ ἴσως δὲν περιττεύει νὰ ὑπενθυμίζεται ὅτι καρβέλια καταβροχθίζει καὶ ὁ φτωχὸς στὰ ὄνειρά του, συχνὰ ὑποφέροντας ἀπὸ μεγαλύτερη λαχτάρα γιὰ περιουσία, ἀκόμη καὶ μέχρι φθόνου καὶ μίσους. Οὔτε εἶναι περιουσία μόνο τὸ χρῆμα: ὁτιδήποτε, ὑλικὸ ἢ πνευματικό, στὸν βαθμὸ ποὺ δεσμεύει τὴν ἐπιθυμία, ἂν δὲν εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, εἶναι ἡ περιουσία ποὺ ἐνδέχεται νὰ κρατάει μακριά Του.

Ἂν ἡ πίστη κατάντησε ἰδεολογικὸ συμπλήρωμα τοῦ καλοῦ οἰκογενειάρχη καὶ ὑπεύθυνου πολίτη, κάτι σὰν πνευματικὸ ἄλλοθι τῆς ‘κανονικῆς’ ζωῆς, ἐκείνης ποὺ εἶδε στὸ πρόσωπό Του ἀπειλὴ ἀντὶ σωτηρίας, ὅπως θυμίζει ὁ Σμέμαν, πρόκειται γιὰ τὸ ἀντίθετό της, ἀναίρεση τῆς πίστης καὶ παρωδία, ἔστω χωρὶς ἐπίγνωση, τὸ δὲ ἀνεπίγνωστο ἐνδέχεται νὰ δημιουργεῖ καὶ ἄλλα δεινά, χωρὶς νὰ ἀπαλλάσσει ἀπὸ κανένα. Στὴν ζωὴ ποὺ φανερώνει τὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἀρκεῖ ἁπλὴ κατάφαση τοῦ ἑαυτοῦ κι ἐλαφριὰ συνείδηση, ἡ ἀκεραιότητα ὠφελεῖ ὣς τὸ τέλος μόνο ἂν ἔχει Λόγο νὰ ὑπάρχει.

Ἀπὸ τὰ στοιχεῖα