Ἀπὸ τὰ στοιχεῖα

Η ΕΝΤΥΠΩΣΗ ὅτι ὁ Ἰησοῦς, προτοῦ ἀρχίσει νὰ διδάσκει, ἦταν ξυλουργός, φαίνεται πὼς ἔχει διαδοθεῖ, καὶ θὰ ἄξιζε νὰ σκεφτεῖ κανεὶς τὶς πραγματικὲς αἰτίες, ἐφόσον τὰ ἱστορικὰ δεδομένα δὲν τὴν ὑποστηρίζουν οὔτε ἐλάχιστα.

Τρία Εὐαγγέλια, τοῦ Ματθαίου, τοῦ Ἰωάννη καὶ τοῦ Λουκᾶ, δὲν περιέχουν καμμία ἀναφορὰ σὲ ἐπάγγελμα τοῦ Ἰησοῦ, ἔμμεση ἢ ἄμεση, οὔτε λέξη. Τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου ἀναφέρεται στὸν Ἰωσὴφ ὡς ξυλουργό, μία φορὰ ἔμμεσα — ποτέ μὲ κανένα τρόπο στὸν Ἰησοῦ. Μόνο στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Μάρκου ὁ Ἰησοῦς (μοιάζει νὰ) ἀναφέρεται ὡς ξυλουργός, μία φορά, ὄχι στὴν διήγηση τοῦ βίου Του ἀλλὰ παρεμπιπτόντως, ὅταν οἱ Ἰουδαῖοι ἀποροῦν πῶς ἔχει τόση σοφία, ἐνῷ δὲν εἶναι παρὰ ἕνας ξυλουργός.

Ἡ ἑρμηνευτικὴ γραμματεία ποὺ ἀκολουθεῖ, τὰ κείμενα τῶν Πατέρων, ἀπὸ τῶν πρώτων ὁμολογητῶν καὶ ἀπολογητῶν μέχρι Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, δὲν ἀσχολοῦνται μὲ τὸ ὑποτιθέμενο ἐπάγγελμά Του. Ὁ Ὠριγένης κάνει μία ἀναφορά, γιὰ νὰ ἀπορρίψει τὰ περὶ ξυλουργικῆς ὡς ἀνυπόστατα. Φαίνεται πὼς τὸ ἐπάγγελμα τοῦ Ἰωσὴφ καὶ ἡ συνήθεια τῆς κληρονομικότητας, μὲ τὸ ἐπάγγελμα νὰ περνάει ἀπὸ πατέρα σὲ γυιό, ἴσως εἶχε ἀνοίξει κάποιες συζητήσεις τὴν ἐποχὴ τοῦ Ὠριγένη, ἀπ’ ὅπου ἔνοιωσε καὶ ὁ ἴδιος τὴν ἀνάγκη νὰ πεῖ κάτι, συζητήσεις χλιαρές, ὅπως δείχνει ἡ γενικὴ ἀδιαφορία τῶν Πατέρων γιὰ τὸ θέμα.

Ὅ,τι ὑπῆρξε ἀδιάφορο στὸν βαθμὸ τοῦ ἀνύπαρκτου, σήμερα κυριαρχεῖ. Ἡ εἰκόνα τοῦ ξυλουργοῦ Ἰησοῦ φαίνεται νὰ ἔχει προτεσταντικὴ φύση καὶ προέλευση. Οἱ μέρμηγκες τῆς χριστιανοσύνης, γιὰ τοὺς ὁποίους μὲ ὀξυδέρκεια ὁ Μὰξ Βέμπερ δείχνει πῶς μετέτρεψαν τὸ ἴδιο τὸ ἀσκητικὸ πνεῦμα σὲ ἐργασιακὴ ἐπιχείρηση καὶ τὴν ἀπόκτηση πλούτου σὲ τεκμήριο θείας ἀποδοχῆς καὶ καταξίωσης, φυσικὸ νὰ φέρουν τὸν Λόγο στὰ μέτρα τους, περιφρονῶντας καὶ βιάζοντας τὸ βιβλικὸ κείμενο, τὸ ὁποῖο ὑποτίθεται ὅτι σέβονται πάνω ἀπ’ ὅλα ἢ ἀποκλειστικά.

Πολὺ πιὸ ἐνδιαφέρον νὰ προσεχθεῖ ὅ,τι συμβαίνει στὴν Γραφή. Ἡ πλήρης ἀπουσία σχετικῶν ἀναφορῶν καὶ ἡ ἰσχνὴ ἀμφιλεγόμενη ἀναφορὰ τοῦ Μάρκου ἀρκοῦν γιὰ νὰ γίνεται ἀντιληπτὸ ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ σκεφτόμαστε οὔτε κἂν τὸν πολὺ νεαρὸ Ἰησοῦ ὡς ξυλουργό. Ἀκόμη κι ἂν ἀσχολήθηκε ἔστω λίγο, εὐνόητο πὼς δὲν ἐπρόκειτο γιὰ ἐπάγγελμα, μᾶλλον γιὰ περιστασιακὴ βοήθεια στὸν κατὰ κόσμο πατέρα Του, πραγματοποιῶντας τὴν ταπεινοφροσύνη τῆς ἡλικίας Του καὶ τιμῶντας τὸν μόχθο τοῦ Ἰωσήφ.

Ἔτσι οἱ ἀντίπαλοί Του Ἰουδαῖοι (στὸν Ματθαῖο) δὲν τὸν ἀποκαλοῦν ξυλουργὸ ἀλλὰ γυιὸ τοῦ ξυλουργοῦ, καὶ (μόνο στὸν Μάρκο) ξυλουργό, ἐννοῶντας καὶ πάλι ‘γυιὸ τοῦ ξυλουργοῦ,’ ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Αὐγουστῖνος, εἴτε προϋποθέτοντας ἀσυζητητί, ὡς κοινωνικὴ ἀναγκαιότητα, ὅτι ὁ γυιὸς ἀσχολεῖται μὲ τὴν τέχνη τοῦ πατέρα του, καὶ οὕτως ἢ ἄλλως γιὰ νὰ μειώσουν τὴν καταγωγή Του, νὰ δείξουν ὅτι δὲν ταιριάζει μὲ τὴν Σοφία Του, ὄχι καταγράφοντας πραγματικὴ ἐπαγγελματικὴ κατάσταση, γιὰ τὴν ὁποία δὲν φαίνεται νὰ γνώριζαν τὸ παραμικρό.

Ὅμως δὲν χρειάζεται νὰ ἀρκεσθεῖ κανεὶς στὰ δεδομένα αὐτά, ἂν προσφέρεται ἄλλος τρόπος ἑρμηνείας ἀκόμη πιὸ βέβαιος. Ὄχι μόνο σύμφωνα μὲ τὶς μαρτυρίες τῶν Εὐαγγελιστῶν, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν πιὸ κοινὴ λογικὴ ὁ Ἰησοῦς δὲν μποροῦσε νὰ ἔχει ἐπάγγελμα.

Ἄραγε νοεῖται ἐπαγγελματίας ὁ ὁποῖος θὰ συμβούλευε “πήγαινε πούλησε τὰ ὑπάρχοντά σου, μοίρασέ τα στοὺς φτωχούς, σήκωσε τὸν Σταυρό σου καὶ ἀκολούθα με;” Καὶ εἶναι δυνατὸ νὰ εἰπωθεῖ ὅτι ‘ἄλλαξε,’ μετάνοιωσε, ἐγκατέλειψε τὴν περιουσία Του καὶ τὴν ζωὴ τοῦ κέρδους καὶ στράφηκε στὴν ἀκτημοσύνη; Ἐλπίζω πὼς δὲν χρειάζεται νὰ ἐπιμείνω περισσότερο. Στὸ ζήτημα τοῦ ἐπαγγέλματος τοῦ Ἰησοῦ διαφαίνεται ἀκόμα μία παραμόρφωση ποὺ εἰσήγαγε στὴν χριστιανοσύνη ἡ θρησκευτικὴ νοσηρότης τοῦ δυτικοῦ καὶ ἰδίως τοῦ προτεσταντικοῦ πνεύματος.