Εµείς πρέπει να κάνουµε πολλή προσευχή για όσους αυτοκτονούν, για να κάνη κάτι ο Καλός Θεός και γι’ αυτούς, γιατί δεν ξέρουµε πως έγινε και αυτοκτόνησαν, ούτε σε τι κατάσταση βρέθηκαν την τελευταία στιγµή. Μπορεί, την ώρα που ξεψυχούσαν, να µετάνοιωσαν, να ζήτησαν συγχώρηση από τον Θεό και να έγινε δεκτή η µετάνοιά τους, οπότε την ψυχή τους να την παρέλαβε Άγγελος Κυρίου.

Είχα ακούσει ότι ένα κοριτσάκι σε ένα χωριό πήγε να βοσκήση την κατσίκα τους. Την έδεσε στο λιβάδι και πήγε πιο πέρα να παίξη. Ξεχάστηκε όµως στο παιχνίδι και η κατσίκα λύθηκε και έφυγε. Έψαξε, αλλά δεν την βρήκε και γύρισε στο σπίτι χωρίς την κατσίκα. Ο πατέρας του θύµωσε πολύ, το έδειρε και το έδιωξε από το σπίτι. «Να πας να βρης την κατσίκα, του είπε. Αν δεν την βρης, να πας να κρεµασθής».

Ξεκίνησε το ταλαίπωρο να πάη να ψάξη. Βράδιασε και αυτό ακόµη δεν είχε γυρίσει στο σπίτι. Οι γονείς, βλέποντας ότι νύχτωσε, βγήκαν ανήσυχοι να βρουν το παιδί. Έψαξαν και το βρήκαν κρεµασµένο σε ένα δένδρο. Είχε δέσει στον λαιµό του το σχοινί της κατσίκας και κρεµάστηκε στο δένδρο. Το κακόµοιρο είχε φιλότιµο και πήρε κατά γράµµα αυτό που του είπε ο πατέρας του. Το έθαψαν µετά έξω από το κοιµητήρι.

Η Εκκλησία φυσικά καλά έκανε και το έθαψε απ’ έξω, για να φρενάρη όσους αυτοκτονούν για το παραµικρό, αλλά και ο Χριστός καλά θα κάνη, αν το βάλη µέσα στον Παράδεισο.