Ὁ Ἀξελὸς εἶναι ποιητικὴ μαζὶ καὶ στοχαστικὴ σημαντικὴ προσωπικότητα. Εἶναι σημαντικὸς ὡς προσωπικότητα. Στὴν σκέψη του δὲν ἀνακαλύπτει κανεὶς μιὰ κορυφή, οὔτε κἂν ἀγάπη γιὰ τὴν κορυφή: ἐκεῖνο ποὺ τὸν ἐνθουσιάζει καὶ διαμορφώνει τὸν λόγο του εἶναι ἡ ἀπόλαυση τοῦ ἀρχάριου, ὅπως τὴν στιγμὴ ποὺ βρισκόμαστε σὲ κάποιο μονοπάτι ἄγνωστο καὶ γοητευτικό, ποὺ σίγουρα ὁδηγεῖ σὲ μεγάλη ὡραιότητα, ἀφοῦ ἤδη τώρα εἶναι τόσο μαγευτικό.

Ἐδῶ βρίσκεται ὁ Ἀξελός, στὸ ἤδη τώρα ποὺ τὸν μαγεύει, ἀποσπᾶ τὴν προσοχή του καὶ καταλήγει ἐδῶ νὰ πλανᾶται λησμονῶντας τὶς ὑποσχέσεις γιὰ τὸ παραπέρα τῆς μεγάλης ὡραιότητας. Ἡ ἀπόλαυση τοῦ ἴδιου τοῦ ἐκφράζεσθαι καὶ τῶν λέξεων ξεπερνάει ἀκόμα καὶ τὴν θέλησή του γιὰ νόημα, χωρὶς ὅμως νὰ ξεπέφτει στὴν ἰδιαίτερη καὶ ἄκρως ἀπωθητικὴ αὐταρέσκεια μερικῶν διανοούμενων ποὺ τοὺς ἀκοῦς καὶ νοιώθεις ὅτι δὲν ἀπολαμβάνουν τίποτα περισσότερο ἀπὸ τὴν φωνή τους.

Τὰ θεωρούμενα ὡς ‘κύρια’ ἔργα του, ὅπου ἀναζητεῖ μιὰ εἰκόνα τοῦ σύμπαντος ὡς παιχνιδιοῦ, δὲν θὰ τὰ πρότεινα. Πέρα ἀπὸ τὸ μικρὸ φιλοσοφικὸ ἐνδιαφέρον τους, ἡ παραμονή του στὴν ἔναρξη τῆς διαδρομῆς μεταδίδει μέσα ἀπὸ τὰ ἔργα αὐτὰ στὸν ἀναγνώστη τους κάτι τὸ κυνικό, μολονότι ὁ κυνισμὸς δὲν χαρακτηρίζει τὸν συγγραφέα τους.

Πιὸ στέρεο μαζὶ καὶ ἐνδιαφέρον, χωρὶς νὰ τοῦ λείπει καὶ καμμία ἀπὸ τὶς ἐμφανιζόμενες στὰ ἄλλα ἔργα του ἀρετές, εἶναι τὸ βιβλίο του γιὰ τὸν Ἡράκλειτο. Αὐτὸ θὰ ἄξιζε νὰ τὸ διαβάσει κανείς, εἴτε γιὰ τὸν Ἀξελὸ ἐνδιαφέρεται, εἴτε γιὰ τοὺς Προσωκρατικούς. Δὲν εἶναι (πῶς θὰ μποροῦσε;) τὸ ἔργο ποὺ θὰ σὲ φέρει στὸν δρόμο γιὰ τὸ σοφόν, ἂν (ἐννοεῖται) θέλεις νὰ φθάσεις ἐκεῖ, ὅμως βρίσκεται πιὸ κοντὰ στὴν κίνηση αὐτή, ἐν συγκρίσει μὲ τὰ ‘κύρια’ ἔργα του, μεταδίδοντας ἕναν Ἡράκλειτο πολὺ πιὸ ζωντανὸ ἀπὸ ὅσο θὰ τὸν ἔχει κανεὶς εἴτε σὲ ἄλλα δοκίμια, εἴτε ἁπλῶς διαβάζοντας τὰ αἰνιγματικὰ θραύσματα τοῦ Ἐφέσιου.