Συζητῶντας προέκυψε τὸ ζήτημα αὐτό, μήπως ἀποδεικνύει μειονέκτημα ὅταν ὁ φιλάνθρωπος δὲν ἐλέγχει σὲ ποιοὺς δίνει.

Θυμήθηκα τὴν συζήτηση διαβάζοντας ἕνα ἄρθρο ὅπου ὁ Τσὰρλς Κέννυ προτείνει νὰ ἀντιμετωπίζεται ἡ φιλανθρωπία σὰν μιὰ ἐπένδυση γιὰ λογαριασμὸ τοῦ ἄλλου. Ὁ Κέννυ ἀναφέρεται στὴν ὀργανωμένη συμπαράσταση τῶν κυβερνήσεων καὶ τῶν ἱδρυμάτων, ὅταν τὰ ποσὰ εἶναι μεγάλα, ὅμως τὸ ἄρθρο του δὲν εἶναι ἄσχετο μὲ τὴν πιὸ προσωπικὴ καθημερινότητα, ὑποδεικνύοντας ὅτι στὴν κίνηση τῆς φιλανθρωπίας ἐξ ὁρισμοῦ προέχει τὸ συμφέρον τοῦ ἄλλου.

Δὲν θὰ χρειαζόταν ἡ διευκρίνιση, ἂν δὲν περίσσευε ἡ σκληρότητα, ὅταν τὴν ‘φιλανθρωπία’ ὑποκινοῦν αἰσθήματα καθήκοντος καὶ ἐνοχῆς, ὄχι οἰκειότητας καὶ πραγματικῆς ἀλληλεγγύης, ὥστε κατὰ κανόνα ἀποφεύγεται, ὅπως τὸ περιγράφει ὁ Μ. Βασίλειος, μὲ τὴν ἀνελέητη διάθεση νὰ ἐφευρίσκει στὰ πάντα ἀφορμὴ ὑπεκφυγῆς, “ἂν μᾶς ἔρθει ἕνας φτωχός, καὶ συμβεῖ νὰ φοράει καλὰ ροῦχα, ποὺ κάποιος μπορεῖ νὰ τοῦ ἔχει δώσει, τὸν διώχνουμε λέγοντας πὼς εἶναι ἄπληστος, καὶ ὁρκιζόμαστε ὅτι παριστάνει τὸν φτωχό, ἐνῷ ἂν σκεπάζεται μὲ σάπια κουρέλια, καὶ πάλι τὸν διώχνουμε ὡς βρωμερό…” (Περὶ τοῦ μή προσηλῶσθαι τοῖς βιωτικοῖς, PG 31, 553).

Ἀναφερόμενος στὴν φιλανθρωπία τῆς μεγάλης κλίμακας ὁ Κέννυ προσθέτει ὅτι στερεῖται νοήματος νὰ κατηγοροῦμε μία χώρα ὅτι βρίσκεται σὲ ἀνάγκη ἐπειδὴ ὁ λαὸς εἴτε οἱ κυβερνήσεις εἶναι ἀνάξιοι, τεμπέληδες, ἀπατεῶνες, κλπ: ἐνδιαφέρει ἀποκλειστικά, ἂν ἡ δωρεὰ θὰ κατορθώσει τὰ ἐπιθυμητὰ ἀποτελέσματα — οἰκονομικὴ ἀνάπτυξη, ἐνίσχυση τῆς ὑγείας, τῆς παιδείας, ἢ ὅποιο ἄλλο στόχο μπορεῖ νὰ ἔχει κάθε φορὰ ἡ κυβέρνηση ἢ τὸ ἵδρυμα ποὺ ἀποφασίζει νὰ βοηθήσει μιὰ χώρα.

Στὴν περίπτωση τῆς πιὸ προσωπικῆς καθημερινότητας, τῆς φιλανθρωπίας ‘τῶν δρόμων,’ τὰ ποσὰ εἶναι μικρά, ὥστε πράγματι κερνάει κανεὶς μιὰ μπύρα, ἐπηρεάζοντας μὲ τὴν καλή του διάθεση παρὰ μὲ τὸ ποσὸ ποὺ δίνει.

Ἐδῶ δὲν νοεῖται ἐκτίμηση καὶ ἀπαίτηση ἀποτελεσμάτων, χρειάζεται ὑπερβολὴ μικροψυχίας, ἂν πρόκειται νὰ ὀργανώνονται γιὰ κάθε εἰκοσάευρο εἰδικὲς ἀποστολὲς διερεύνησης.

Ἂν κυριαρχεῖ στὸ ζήτημα τῆς φιλανθρωπίας ἕνα μειονέκτημα, δὲν εἶναι ἡ ἀφέλεια ἀλλὰ ἡ ἀναισθησία, ἀπουσία συμμετοχῆς στὴν ταλαιπωρία τοῦ ἄλλου. Χρειάζεται νὰ ‘πονηρέψουμε’ αὐτὸν ποὺ δίνει, κάνοντάς τον καχύποπτο γιὰ νὰ μὴ τὸν ἐξαπατοῦν οἱ ‘ἐπιτήδειοι,’ ἢ μήπως χρειάζεται νὰ δυναμώσουμε τὴν ἴδια τὴν καλή του διάθεση;

Ἐκτιμάω τὴν προαίρεση ἑνὸς φίλου, ὁ ὁποῖος δίνει καὶ σὲ πρεζάκια ἐπειδὴ ἔτσι καταλαβαίνει ὅτι ἀποκτάει ἕνα δικαίωμα νὰ τοὺς πιάσει τὸ χέρι καὶ νὰ τοὺς πεῖ νὰ προσέχουν. Ἀλλὰ ἀκόμα καὶ ἡ ἴδια ἡ ὀργανωμένη ὡς ἐπιχείρηση ἐπαιτεία δὲν καταργεῖται μὲ τὴν ἀποθέωση τῆς καχυποψίας, τῆς σκληρότητας καὶ τῆς μικροψυχίας, καταργεῖται μὲ τὴν πρόοδο τοῦ κοινωνικοῦ βίου.

Ἔχει εἰπωθεῖ ἐπίσης, ὅτι δίνοντας μετατρέπεις τὸν ἄλλο σὲ ἐπαίτη. Μοιάζει εὔλογο, καὶ εἶναι σόφισμα τῆς ἀνελέητης προαίρεσης. Ἂν δὲν μπορεῖς νὰ βρεῖς στὸν ἄλλο θέση ἐργασίας ἢ μὲ ὅποιο τρόπο νὰ στηρίξεις ἐδῶ καὶ τώρα τὴν αὐτάρκειά του, τουλάχιστον ἀποκρίνεσαι ἄμεσα στὴν ἀδυναμία, ἔπειτα σκέφτεσαι ἐπίσης τὸ μέλλον, πῶς θὰ μποροῦσες νὰ συμπαρασταθεῖς πιὸ οὐσιαστικά.

Αὐτὸ ὅμως δὲν ἔχει ἐφαρμογὴ μὲ τοὺς ἀγνώστους ποὺ συναντᾶμε στὸν δρόμο, ὁπότε ἡ ἄρνηση τῆς βοήθειας σὲ αὐτούς, ἀγνοῶντας σὲ τί ἀνάγκη βρίσκονται, ἂν πεινᾶνε, ἂν εἶναι ἄρρωστοι, νὰ ἐγκαταλείπονται γιὰ νὰ μὴ μεταβάλλονται σὲ ἐπαῖτες, σημαίνει ἀνοησία καὶ ἀπανθρωπιά.

Γιὰ τὸν ἴδιο ποὺ προσφέρει, ὑπὸ τὸν ὅρο ὅτι τὸ κάνει μὲ ἁγνὴ διάθεση, ἡ προσωπικὴ ὠφέλεια παραμένει ἀμείωτη σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις, ὅπως τὸ λέει ὁ Χριστός, “νὰ γίνετε παιδιὰ τοῦ πατέρα σας στοὺς οὐρανούς, γιατὶ αὐτὸς ἀνατέλλει τὸν ἥλιο του σὲ πονηροὺς καὶ ἀγαθούς, καὶ βρέχει σὲ δίκαιους καὶ ἄδικους” (Ματ. 5, 45). Ἀντιστοίχως, γιὰ ὅποιον δίνει βεβιασμένα, τὶς λίγες φορὲς ποὺ τὸ κάνει κι αὐτό, ἀπὸ ἠθικὴ ὑποχρέωση, ἐνοχές, κτὅ, ἡ προσωπικὴ ζημιά του δὲν ἀλλάζει, ἀκόμη κι ἂν βοηθάει μόνο ὅσους πραγματικὰ χρειάζονται βοήθεια.

Σχετικές δημοσιεύσεις (αυτόματη επιλογή)

Αρχική σελίδα