Χωρὶς τὸν Χριστὸ ἡ σχέση μὲ τὸν συνάνθρωπο δὲν εἶναι κἂν δυνατή, ὅπως, δὲν ἀμφιβάλλω, θὰ συμφωνοῦσε ὁ π. Φιλόθεος. Γι’ αὐτὸ οἱ σχέσεις διαλύονται ἢ διατηροῦνται σερνάμενες ἀξιοθρήνητα, ἐπειδὴ “ἡ σαρκικὴ ἀγάπη ἔχει κορεσμό. Μετὰ μπορεῖ ν’ ἀρχίσει ἡ ζήλια, ἡ γκρίνια, μέχρι κι ὁ φόνος. Μπορεῖ νὰ μεταβληθεῖ σὲ μῖσος…” (Ἅγ. Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης, Τὸ Μυστικὸ εἶναι ἡ Εὐχαριστία, σ. 54).

Ὁ δρόμος γιὰ τὸν Θεὸ περνάει μέσα ἀπὸ τὸν διπλανό, ἀλλὰ ἂν εἶναι ἀληθινός, δὲν παύει νὰ εἶναι δρόμος γιὰ τὸν Θεό, ὄχι γιὰ τὸν διπλανό. Ἂν ἐδῶ ὑπάρχει ἡ οὐσία τῆς Ἀνάστασης, μιὰ πρακτικὴ συμβουλὴ θὰ ἦταν νὰ ἔχει κανεὶς τὴν τόλμη νὰ μὴν συμβιβάζεται μὲ σχέσεις ποὺ ἀδιαφοροῦν ἢ καὶ ἐχθρεύονται τὴν οὐσία καὶ κατεύθυνση τῆς πορείας αὐτῆς.