Χειμαρώδης ὁ λόγος τοῦ π. Φιλόθεου, ὅπου ἐξηγεῖ ὅτι ἡ θρησκεία δὲν εἶναι μέθοδος συμμορφώσεως μὲ τὴν ἀνώτερη ἐξουσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ δρόμος γιὰ νὰ πηγάσει στὸν βίο πραγματικὴ ἀξία.

Τηροῦνται τὰ ἔθιμα, ἀλλὰ χωρὶς ζωντανὴ ἐπαφὴ μὲ τὸν Χριστό, καὶ καθόλου δὲν εὐθύνεται ἡ οἰκονομικὴ δυσπραγία, ἀλλὰ τὸ κακὸ ποὺ ἔχει ἤδη καλλιεργήσει ἡ οἰκογένεια, δηλαδὴ ἡ ματαιοδοξία καὶ ἡ φιλαυτία της ψευτοζωής.

Στὴν καλὴ αὐτὴ συζήτηση μὲ τὴν Ὀντὶν Λιναρδάτου καὶ τὴν Σταυρούλα Χριστοφιλέα, ὁ π. Φιλόθεος θίγει πολλὰ ζητήματα, ποὺ παρακάμπτω καὶ ἀδικῶ συνοψίζοντας. Θὰ ἤθελα μόνο νὰ σταθῶ σὲ δύο ἀπὸ ὁρισμένα σημεῖα ποὺ ἴσως χρειάζονται μιὰ διευκρίνιση παραπάνω.

Παρατηρῶντας ὁ π. Φιλόθεος σωστά, ὅτι μιλοῦμε γιὰ τὴν πεῖνα σήμερα, ὅμως δὲν ὑπάρχουν θάνατοι ἀπὸ πεῖνα καὶ ὁ βαθμὸς τοῦ προβλήματος παραμένει ἀσήμαντος σὲ σύγκριση, γιὰ παράδειγμα, μὲ τὸν καιρὸ τῆς ναζιστικῆς κατοχῆς, γι’ αὐτὸ ὁ ἀριθμὸς ὅσων πηγαίνουν στὰ συσσίτια μειώνεται δραματικὰ τὶς ἡμέρες ποὺ δίνονται ὄσπρια!, προσέθεσε ὅτι ὅμως ὑπάρχουν θάνατοι ἀπὸ τὴν πολυφαγία!, γιὰ νὰ λάβει ἐξυπνακίστικη ἀπάντηση ἀπὸ τὴν ἀξιόλογη κατὰ τὰ ἄλλα δημοσιογράφο, ὅτι ἡ πολυφαγία εἶναι προσωπικὴ ἐπιλογή, ἐνῷ στὴν πεῖνα ἐξαναγκάζει τὸ πολιτικὸ σύστημα, κλπ.

Ἂν εἶχε στὴν διάθεσή του ἔστω ἕνα λεπτό, ἀνύπαρκτο στὸν τηλεοπτικὸ χρόνο, νὰ σκεφτεῖ λίγο τὴν σοφιστεία τῆς δημοσιογράφου, ὁ π. Φιλόθεος δὲν θὰ δυσκολευόταν νὰ ἐξηγήσει, ὅτι πρόβλημα πνευματικὸ εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἐπιλογή, ὄχι ἡ συμφορά, ὅτι σκεπτόμενοι τὴν προσωπικὴ νοσηρότητα καὶ προσπαθῶντας γιὰ ἀλλαγὴ τοῦ ἑαυτοῦ, ἀπ’ ὅπου ἐνδέχεται νὰ προκύψει καὶ ἡ ἀλλαγὴ τῆς κοινωνίας, ἐνδιαφέρει ἀσύγκριτα περισσότερο νὰ σκεφτόμαστε τὴν ἐπιλογὴ τῆς πολυφαγίας καὶ ὄχι τὴν συμφορὰ τῆς πείνας.

Στὴν ἐρώτηση γιὰ τὸ νόημα τῆς Ἀνάστασης ὁ π. Φιλόθεος ἀπάντησε ὅτι αὐτὸ εἶναι ἡ σχέση μὲ τὸν συνάνθρωπο. Ἀκούγεται σωστό, καὶ ἴσως, μὲ πολλὲς διευκρινίσεις, νὰ μπορεῖ κάπως νὰ σταθεῖ, ἀλλὰ στὴ συγκεκριμένη διατύπωση μᾶλλον ἀπέχει ἀπὸ τὴν ἀλήθεια.

Χωρὶς τὸν Χριστὸ ἡ σχέση μὲ τὸν συνάνθρωπο δὲν εἶναι κἂν δυνατή, ὅπως, δὲν ἀμφιβάλλω, θὰ συμφωνοῦσε ὁ π. Φιλόθεος. Γι’ αὐτὸ οἱ σχέσεις διαλύονται ἢ διατηροῦνται σερνάμενες ἀξιοθρήνητα, ἐπειδὴ “ἡ σαρκικὴ ἀγάπη ἔχει κορεσμό. Μετὰ μπορεῖ ν’ ἀρχίσει ἡ ζήλια, ἡ γκρίνια, μέχρι κι ὁ φόνος. Μπορεῖ νὰ μεταβληθεῖ σὲ μῖσος…” (Ἅγ. Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης, Τὸ Μυστικὸ εἶναι ἡ Εὐχαριστία, σ. 54).

Ὁ δρόμος γιὰ τὸν Θεὸ περνάει μέσα ἀπὸ τὸν διπλανό, ἀλλὰ ἂν εἶναι ἀληθινός, δὲν παύει νὰ εἶναι δρόμος γιὰ τὸν Θεό, ὄχι γιὰ τὸν διπλανό. Ἂν ἐδῶ ὑπάρχει ἡ οὐσία τῆς Ἀνάστασης, μιὰ πρακτικὴ συμβουλὴ θὰ ἦταν νὰ ἔχει κανεὶς τὴν τόλμη νὰ μὴν συμβιβάζεται μὲ σχέσεις ποὺ ἀδιαφοροῦν ἢ καὶ ἐχθρεύονται τὴν οὐσία καὶ κατεύθυνση τῆς πορείας αὐτῆς.