Ὁ Ντράγιερ παρακάμπτει τὴν κοινωνία στὸν βαθμὸ τῆς ἀδιαφορίας της γιὰ τὸν Λόγο, συγκεντρώνοντας τὴν προσοχή του στὸ μέρος ἐκεῖνο, ὅπου ἡ θρησκευτικὴ συνείδηση παραμένει τοὐλάχιστον πιθανή, ἔχοντας ἤδη ἀποκτήσει μιὰ ἔκφραση, ἔστω ἔμμεση.
Ἐπικρίνοντας τὴ χλιαρὴ σχέση μὲ τὸν Θεὸ ὁ Ἰωάννης ἀπευθύνεται σὲ ὧτα ἀκουόντων, δὲν συμμετέχει στὴν ματαιότητα, ἔστω ἀντιτιθέμενος.
Ἡ ἀνάσταση τῆς Ἴνγκερ δημιουργεῖ ἔκπληξη μικρότερη ἀπ’ ὅποια ἴσως ἀνέμενε κανείς, συμβαίνει ὅπως κάτι ἱερὸ καὶ ὑψηλό, ὄχι ὅμως ἀναπάντεχο ριζικά, γι’ αὐτὸ ἐκφράζεται χωρὶς δραματικὴ ὑπερβολή, μὲ ἁπλότητα ποὺ ἐνισχύει καὶ ἡ νηφάλια παρουσία τῆς κόρης, βέβαιης ὅτι ὁ θεῖος της θὰ κάνει τὸ θαῦμα καὶ ἡ μητέρα της θὰ ‘ξυπνήσει’ ὅπως κάθε πρωί.
Ἐφόσον ὅλα προέρχονται ἀπὸ τὸν Θεό, βρίσκονται ὅλα πέρα ἀπὸ δυσκολία καὶ εὐκολία.
Τὸ σπάνιο δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ λιγώτερο ἁπλὸ ἢ περισσότερο θαυμαστὸ ἀπὸ τὸ θαῦμα ποὺ εἶναι ἡ ζωὴ στὶς πιὸ καθημερινὲς ἐκδηλώσεις.
Ὁ ἅγιος Πορφύριος ἐπιμένει στὸ ἰδίωμα τῆς ἁπαλότητας, ποὺ χαρακτηρίζει τὸν ὑγιῆ πνευματικὸ ἀγῶνα — χωρὶς πίεση, χωρὶς σφίξιμο, ἥσυχα καὶ μυστικά, ἀβίαστα καὶ ἐλεύθερα (βλ. Τὸ Μυστικὸ εἶναι ἡ Εὐχαριστία, σελ. 46, 72, 76, 100, 107, 116, κ.ἀ.)
Σελ. 123456