Προστατεύει ἀπὸ περιττὴ ταλαιπωρία ὁ θεσμὸς τοῦ Γέροντα, ἐν γένει ἀπὼν στὸν προτεσταντικὸ χῶρο, ὅπου ὁ πιστὸς ἀφήνεται στὴ μεγαλύτερη δυνατὴ ἀμεσότητα τῆς θείας πρόνοιας ἀπροσδιόριστης, μὲ τὸν πραγματικὸ κίνδυνο ὅμως νὰ μὴν εἶναι οὔτε μεγαλύτερος οὔτε μικρότερος.

Ὁ Ντράγιερ χρησιμοποιεῖ τὴν εἰρωνία, γιὰ παράδειγμα ὅταν ὁ γιατρὸς κομπάζει μὲ ἀφορμὴ τὴ θεραπεία τῆς Ἴνγκερ, ἀγνοῶντας πὼς ἡ ἀσθενής του ἤδη πέθαινε.

Ἔτσι μεγαλώνει τὸ δραματικὸ στοιχεῖο, ἀλλὰ κυρίως φανερώνεται ὅτι τὰ πράγματα μᾶς ὑπερβαίνουν, ὁ Λόγος εἶναι πιὸ ἕτοιμος καὶ πιὸ γρήγορος γιὰ μᾶς ἀπ’ ὅσο ἐμεῖς γιὰ Ἐκεῖνον.

Καταλυτικὸς γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ ὅλων ὁ θάνατος τῆς Ἴνγκερ.

Καταλαβαίνοντας ἐπιτέλους ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ τὴ φέρει στὴ ζωή, ὁ Ἰωάννης χωρίζεται ἀπὸ τὸ ποίμνιό του, ὑπερεντείνοντας τὴν ὕψωση σὲ ἕνα κίνδυνο ποὺ ἡ ταινία δὲν καταγράφει, ἀπ’ ὅπου ἐπιστρέφει στὴν κυριολεξία καὶ δυνατότητα νὰ ἐπικαλεστεῖ τὴν δύναμη τοῦ Λόγου.

Οἱ πάντες στὴν ἀνίχνευση τοῦ Ντράγιερ ἔχουν ἐπαφὴ μὲ τὴ θρησκεία, ἔστω χλιαρή, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἀδελφὸ τοῦ Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος ἀπορρίπτει καὶ τὴν πιθανότητα μιᾶς ἀξίας στὴν πίστη, ἀλλὰ τόσο ἀνίκανος γιὰ τὸ παραμικρὸ ἴχνος χυδαιότητας καὶ κακίας, ὥστε ἡ Ἴνγκερ δὲν διστάζει νὰ τὸν βεβαιώσει μὲ τὸν πιὸ ἀπόλυτο τρόπο ὅτι θὰ ἀποκτήσει πίστη ἀργὰ ἢ γρήγορα, πρόβλεψη ποὺ ὁ ἴδιος μὲ κανένα τρόπο καὶ σὲ κανένα βαθμὸ δὲν ἀποκρούει, πραγματοποιεῖται δὲ μὲ τὴν ἀνάσταση τῆς Ἴνγκερ.