Ὁ Ντράγιερ παρακάμπτει τὴν κοινωνία στὸν βαθμὸ τῆς ἀδιαφορίας της γιὰ τὸν Λόγο, συγκεντρώνοντας τὴν προσοχή του στὸ μέρος ἐκεῖνο, ὅπου ἡ θρησκευτικὴ συνείδηση παραμένει τοὐλάχιστον πιθανή, ἔχοντας ἤδη ἀποκτήσει μιὰ ἔκφραση, ἔστω ἔμμεση.
Ἐπικρίνοντας τὴ χλιαρὴ σχέση μὲ τὸν Θεὸ ὁ Ἰωάννης ἀπευθύνεται σὲ ὧτα ἀκουόντων, δὲν συμμετέχει στὴν ματαιότητα, ἔστω ἀντιτιθέμενος.
Ἡ ἀνάσταση τῆς Ἴνγκερ δημιουργεῖ ἔκπληξη μικρότερη ἀπ’ ὅποια ἴσως ἀνέμενε κανείς, συμβαίνει ὅπως κάτι ἱερὸ καὶ ὑψηλό, ὄχι ὅμως ἀναπάντεχο ριζικά, γι’ αὐτὸ ἐκφράζεται χωρὶς δραματικὴ ὑπερβολή, μὲ ἁπλότητα ποὺ ἐνισχύει καὶ ἡ νηφάλια παρουσία τῆς κόρης, βέβαιης ὅτι ὁ θεῖος της θὰ κάνει τὸ θαῦμα καὶ ἡ μητέρα της θὰ ‘ξυπνήσει’ ὅπως κάθε πρωί.
Ἐφόσον ὅλα προέρχονται ἀπὸ τὸν Θεό, βρίσκονται ὅλα πέρα ἀπὸ δυσκολία καὶ εὐκολία.
Τὸ σπάνιο δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ λιγώτερο ἁπλὸ ἢ περισσότερο θαυμαστὸ ἀπὸ τὸ θαῦμα ποὺ εἶναι ἡ ζωὴ στὶς πιὸ καθημερινὲς ἐκδηλώσεις.
Ὁ ἅγιος Πορφύριος ἐπιμένει στὸ ἰδίωμα τῆς ἁπαλότητας, ποὺ χαρακτηρίζει τὸν ὑγιῆ πνευματικὸ ἀγῶνα — χωρὶς πίεση, χωρὶς σφίξιμο, ἥσυχα καὶ μυστικά, ἀβίαστα καὶ ἐλεύθερα (βλ. Τὸ Μυστικὸ εἶναι ἡ Εὐχαριστία, σελ. 46, 72, 76, 100, 107, 116, κ.ἀ.)
Ἁπαλότητα καὶ εὐγένεια δὲν λείπει ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Ντράγιερ, ἀλλὰ ἴσως μοιάζει νοθευμένη ἢ ἑτοιμόρροπη, ἐπειδὴ στὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ταινίας περιφέρεται νοσηρὰ ὁ Ἰωάννης, θλιβερὸ κακέκτυπο τοῦ Ἰησοῦ.
Μειονεξία ὅμως ἢ ‘νοθεία’ πραγματικὴ ὑπάρχει ἀλλοῦ, καὶ εἶναι ἰδιαίτερα ἀποκρουστική, στὴ ‘μεταμόρφωση’ τῆς Ἴνγκερ, ἡ ὁποία ἐπιστρέφει στὸν βίο μὲ σχεδὸν βαμπιρικὴ ὁρμή.
Κοινὸς τόπος γιὰ ὅσους ἔζησαν, ἔστω πολὺ σύντομη, μιὰ μετάβαση στὴν ἄλλη ζωή, ὅτι μόνο χαρὰ καὶ ἱκανοποίηση δὲν συνοδεύει τὴν ἐπιστροφὴ ἐδῶ.
Ἔτσι, γιὰ παράδειγμα, ὁ Συμεὼν θρηνεῖ ἀπροκάλυπτα,
πάλι μ’ ἔβαλε νὰ ζῶ καὶ νὰ εἶμαι / μ’ ὅσους κάθονται στὸ σκοτάδι, / ἐμένα, ποὺ εἶχα ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ σκοτάδια, / σὲ κάθειρξη μαζί τους, / μ’ αὐτοὺς ποὖναι στὸ βάλτο…” (Ὕμνοι Θείων Ἐρώτων, σ. 86), κι ἔτσι ὁ Πορφύριος:
“κάποτε εἶχα πεθάνει γιὰ λίγο. Εἶχα πάει στὸν ἄλλο κόσμο. Εἶδα τὶς ὀμορφιὲς ποὺ ὑπάρχουν ἐκεῖ. Δὲν ἤθελα νὰ φύγω· στενοχωρέθηκα ποὺ γύρισα πίσω…” (Τὸ Μυστικὸ εἶναι ἡ Εὐχαριστία, σ. 170).
Σελ. 123