Πρέπει νὰ φθάση κανεὶς στὸ σημεῖο νὰ τὰ βλέπη ὅλα καθαρά… Μετὰ φθάνει ὁ ἄνθρωπος σὲ μία κατάσταση ποὺ βλέπει τὰ πάντα μὲ τὰ πνευματικὰ μάτια, ὄχι μὲ τὰ ἀνθρώπινα…

Ζητάει λ.χ. ἡ ἀρχοντάρισσα ἀπὸ τὴν μαγείρισσα σαλάτα καὶ ἐκείνη τῆς λέει «δὲν ἔχω», ἐνῶ ἡ ἀρχοντάρισσα ξέρει ὅτι ἔχει. Ἂν ἡ ἀρχοντάρισσα δὲν ἔχη καλοὺς λογισμούς, θὰ πῆ: «ψέματα μοῦ λέει». Ἂν ὅμως ἔχη καλοὺς λογισμούς, θὰ πῆ: «ἡ καημένη, ξέχασε ὅτι εἶχε σαλάτα, γιατὶ εἶχε πολλὴ δουλειά», ἢ «τὴν κράτησε γιὰ κάποια ἄλλη περίπτωση»…
Ἕνας, ἂν ἔχη καλοὺς λογισμούς, καὶ νὰ τὸν χτυπήσης ἄδικα, θὰ πῆ: «Τὸ ἐπέτρεψε ὁ Θεός, γιὰ νὰ ἐξοφλήσω παλιά μου σφάλματα, δόξα τῷ Θεῷ!». Ἐνῶ ἕνας ἄλλος ποὺ δὲν ἔχει καλοὺς λογισμούς, καὶ νὰ πᾶς νὰ τὸν χαϊδέψης, θὰ νομίζη πὼς πᾶς νὰ τὸν χτυπήσης. Πάρτε παράδειγμα ἀπὸ ἕναν μεθυσμένο. Ἂν εἶναι κακός, τὰ σπάζει ὅλα ἐπάνω στὸ μεθύσι. Ἂν εἶναι καλός, ἢ θὰ κλαίη ἢ θὰ συγχωράη…
Ὁ βλαμμένος ἄνθρωπος βλαμμένα σκέφτεται, ὅλα τὰ παίρνει ἀριστερά, ὅλα τὰ βλέπει ἀνάποδα. Ἐνῶ, ὅποιος ἔχει καλοὺς λογισμούς, ὅ,τι καὶ νὰ δῆ, ὅ,τι καὶ νὰ τοῦ πῆς, θὰ βάλη καλὸ λογισμό…
Ὅποιος κάνει λεπτὴ ἐργασία, δικαιολογεῖ τὸν ἄλλον καὶ ὄχι τὸν ἑαυτό του. Καὶ ὅσο προχωρεῖ πνευματικά, τόσο ἐλευθερώνεται καὶ τόσο ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Τότε δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβη τί θὰ πῆ κακία, γιατὶ ὅλο καλοὺς λογισμοὺς ἔχει γιὰ τοὺς ἄλλους καὶ ὅλο ἁγνὰ σκέφτεται καὶ τὰ βλέπει ὅλα πνευματικά, ἅγια. Ὠφελεῖται ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὶς πτώσεις τῶν συνανθρώπων του, τὶς ὁποῖες χρησιμοποιεῖ γιὰ γερὸ φρένο στὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ προσέχη νὰ μὴν ἐκτροχιασθῆ.
Σελ. 123