Σε καιρούς σχεδόν μηδενικής ελληνομάθειας, κατάσταση την οποία είχε αρχίσει να ανατρέπει η βασιλεία του Καρλομάγνου, ο Εριγένης υπήρξε σπουδαίος ελληνιστής, μάλιστα ειδοποιώντας για την ανωτερότητα της ελληνικής γλώσσας, ως προς την ενάργεια και τη σαφήνεια (π.χ. «in graeco significantius scribitur […] hoc est manifestius et expressius», στον O’Meara, σελ. 52). Είναι χαρακτηριστικό, ότι στο κύριο έργο του, την πραγματεία Περί Φύσεων, έδωσε ελληνικό τίτλο.

Δεν αμφισβητείται σήμερα ότι ο Εριγένης δεν είχε άμεση επαφή με νεοπλατωνικές πηγές, αλλά μέσα κυρίως από τους Έλληνες Πατέρες οικειοποιήθηκε όσα νεοπλατωνικά στοιχεία διακρίνονται στο έργο του και διαμόρφωσε τις πιο σημαντικές εμπνεύσεις του. Μελέτησε επίσης τον Αυγουστίνο, τον Αμβρόσιο και τον Βοήθιο. Ο Εριγένης δεν μεταφέρει ιδέες από το Βυζάντιο στη Δύση, αλλά σκέφτεται με πρωτοτυπία που μεταμορφώνει τις αφορμές, ακόμη και ανασύροντας από τα έργα που σπουδάζει διαστάσεις προηγουμένως απαρατήρητες μέσα στον ίδιο τον χώρο της προέλευσής τους.