Συνέγραψε ἐπίσης Ὑπόμνημα στὸ Κατὰ Ἰωάννην, μιὰ ὁμιλία γιὰ τὸν πρόλογο τοῦ ἴδιου Εὐαγγελίου, ποιήματα, ποὺ συχνὰ ἔχουν ἀφορμὴ στὴν ἐπικαιρότητα, μερικὰ γραμμένα πρωτοτύπως στὰ Ἑλληνικά. Στὸ πιὸ σημαντικὸ ἔργο του, τὴν διαλογικῆς μορφῆς πραγματεία Περὶ Φύσεων (ἢ Περὶ Φύσεως Μερισμοῦ, ὅπως τὴν εἶχε ὀνομάσει ἀρχικά), ἡ ὁποία προϋποθέτει τὴν μετάφραση τῶν ἀρεοπαγιτικῶν συγγραφῶν, ὁ Ἐριγένης εἰσηγεῖται μιὰ ἰδιαίτερη κοσμολογία ἐμπνευσμένη ἀπὸ τὸν Γρηγόριο Νύσσης, τὸν Μάξιμο, τὸν Διονύσιο καὶ τὸν Ὠριγένη, ὅπου ἀναδεικνύεται ἡ θεμελιώδης ἑνότητα τοῦ παντός. Διαχωρίζει σὲ τέσσερα εἴδη τὸ σύνολο τῆς φύσης / πραγματικότητας, μὲ κριτήριο τὴν αἰτιώδη ἀναφορὰ τῶν διάφορων περιοχῶν της, 1) στὸν Θεό, ποὺ δημιουργεῖ καὶ εἶναι ἄκτιστος, 2) στὶς Ἰδέες, ποὺ δημιουργοῦν καὶ δημιουργοῦνται, 3) στὰ πλάσματα, ποὺ δημιουργοῦνται ἐνῶ τὰ ἴδια δὲν δημιουργοῦν, 4) στὸ μηδέν, ποὺ δὲν δημιουργεῖται καὶ δὲν δημιουργεῖ.

Ἡ θεώρηση αὐτὴ τοῦ παντὸς ὑπὸ τὸν ὅρο τῆς ‘φύσης’ μοιάζει νὰ εἰσάγει πανθεϊστικὸ μονισμό, τὸν ὁποῖο ὅμως ὑπονομεύει ἡ ‘σκιώδης’ ἔννοια τοῦ Εἶναι. Ὅ,τι ἐμφανίζεται ὑπὸ ὁρισμένους ὅρους ὡς Εἶναι, ὑπὸ ἄλλους ὅρους γίνεται ἀντιληπτὸ καθαρὰ ὡς μηδέν. Σὲ σύγκριση μὲ τὸ θεῖο Εἶναι τὸ Εἶναι τῶν πλασμάτων εἶναι μηδενικό. Σὲ σύγκριση μὲ τὴν ἀκινησία τοῦ ἁπλοῦ Εἶναι τὸ γίγνεσθαι φέρει τὰ ὄντα στὸ μηδέν, ὅπως τὸ ἔλεγε ὁ Πλάτων. Σὲ σύγκριση μὲ τὶς ἐνεργείᾳ ὑποστάσεις ἡ δυνητικὴ ὕπαρξη νοεῖται μηδενική. Σὲ σύγκριση μὲ τὸν θεούμενο ἄνθρωπο, ὁ φυλακισμένος στὴν ἁμαρτία στερεῖται τοῦ Εἶναι.

Ἡ θεία ὕπαρξη δὲν προσδιορίζεται ἀπὸ ἰδιώματα τῆς κτίσης, ὥστε οἱ κατηγορίες τοῦ Ἀριστοτέλη δὲν τὴν ἀφοροῦν. Γιὰ τὸ Εἶναι ὡς Εἶναι τῆς θεότητας τὰ πλάσματα δὲν ἔχουν Εἶναι. Ἢ ἀντιστρόφως, γιὰ τὸ Εἶναι ὡς Εἶναι τῶν πλασμάτων ἡ θεία ὕπαρξη δὲν ἔχει Εἶναι. Τὴν δεύτερη περιγραφὴ προτιμάει ὁ Ἐριγένης σὲ συμφωνία μὲ τὸν ἀποφατισμὸ τοῦ Διονύσιου — ἂν καὶ πάλι ἐξακολουθεῖ ὅπως ἀκριβῶς ὁ Διονύσιος καὶ ἤδη ὁ Γρηγόριος Νύσσης νὰ ταυτίζει τὸ Εἶναι τῶν πλασμάτων ὡς θεῖο Εἶναι: “ipse (deus) essentia omnium est” — Περὶ Φύσεων IV 759a.

Οἱ Ἰδέες (rationes) ποὺ συγκροτοῦν τὰ πλάσματα, μερίζουν τὴν ὑπέρχρονη ἁπλὴ Ἰδέα τοῦ κόσμου. Ἡ ἐκ τοῦ μηδενὸς δημιουργία σημαίνει τὸ μηδὲν ὡς τὴν ἴδια τὴν ὑπερβατικὴ ἀκατάληπτη θεία ὕπαρξη, ἀπ’ ὅπου καὶ ὅπου δημιουργεῖται ὁ κόσμος. Ἀπειρία χαρακτηρίζει τὸν κόσμο ὅσο τὴν θεότητα, καὶ ἀφορᾶ τὴν ὀντολογικὴ σύστασή του ὅσο τὴν ἀπειρία τῆς γνώσης ποὺ ἀποκτοῦν τὰ ἔλλογα ὄντα. Στὴν αὐθεντικὴ κοσμολογικὴ Ἰδέα του ὁ κόσμος θὰ ἐπιστρέψει ἀκολουθῶντας μιὰ πορεία ἐκπνευμάτωσης, κορυφὴ τῆς ὁποίας εἶναι ἡ ἀπόλυτη ἑνότητα τοῦ θεούμενου ἀνθρώπου μὲ τὴν θεία φύση.

Συμμεριζόμενος τὴν πλατωνικὴ ἐπίγνωση μαζὶ μὲ τὸν Γρηγόριο Νύσσης ὁ Ἐριγένης ἑρμηνεύει ὡς νοερὴ τὴν φύση τῆς ὕλης, καὶ δείχνει τὴν αὐθεντικὴ ἀνθρώπινη φύση πέρα ἀπὸ τὶς ὀφειλόμενες στὴν πτώση ἰδιότητες τῆς διαίρεσης τῶν φύλων. Ὁ ἄνθρωπος ἀποχωρίζεται ἀπὸ τὴν ὀντολογικὴ τάξη τοῦ ζώου κατὰ τὴν εἰκόνιση τοῦ Δημιουργοῦ, ἑπομένως στὸν βαθμὸ ποὺ ἀποσπᾶται ἀπὸ τὴν πραγματικότητα ὡς ὑπαγόμενη στὶς αἰσθήσεις ἐπιτρέπει στὸν λόγο του νὰ τελειοποιηθεῖ φωτιζόμενος ἀπὸ τὴν ἀπειρία τοῦ θείου λόγου. Μέσα στὴν θεία ἀποκάλυψη ὁ ἄνθρωπος θὰ ἑνωθεῖ μὲ τὴν ἀρχή του ἀποκτῶντας πληρότητα θεώσεως.[1]

[1] Προτεινόμενη βιβλιογραφία — Copleston Fr., A History of Philosophy, τ. 2 (Ν.Υ. 1993), σ. 112–135. Moran D., The Philosophy of John Scottus Eriugena: A Study of Idealism in the Middle Ages (Cambridge 1989). O’Meara J., Eriugena (Oxford 1988).

Ἀπὸ τὴν Κιβωτό

Πρώτη μορφή του κειμένου δημοσιεύτηκε στην Πλατωνική Εγκυκλοπαίδεια, Ιδρυμα Μείζονος Ελληνισμού: http://n1.xtek.gr/ime/gymnasium/?p=lemma&id=242&lang=1

Αρχική σελίδα


Σχετικές δημοσιεύσεις (αυτόματη επιλογή)