Ἀπὸ τὴν Κιβωτό

Ἡ χριστιανικὴ μυστικὴ ἔχει στὸν Πλάτωνα καὶ τὸν νεοπλατωνισμὸ σταθερὴ ἔμπνευση. Οἱ αἰῶνες ποὺ παρουσιάζονται ἐδῶ συνοπτικά, χαρακτηρίζονται ἀπὸ μεγάλη γονιμότητα, ἰδίως στὶς πολυάριθμες ἀνδρικὲς καὶ γυναικεῖες, ἐπίσημες ἢ μή, ἀσκητικὲς κοινότητες, ὅπου ἀναδεικνύεται ἡ ἐρωτικὴ ἀμεσότητα καὶ ὁ ἐξαγνισμὸς τῆς ψυχῆς μέσα ἀπὸ τὴν ἀποφατικὴ ἀναγωγὴ καὶ ἑνοποίηση τοῦ νοῦ στὴν θεία σκέψη.

Ἡ ἐπαφὴ τῆς χριστιανικῆς μυστικῆς μὲ τὴν πλατωνικὴ καὶ νεοπλατωνικὴ φιλοσοφία θεμελιώνεται κυρίως στὴν ἀντίληψη γιὰ τὴν θεία σύσταση τοῦ κόσμου καὶ μάλιστα τῆς ψυχῆς, γιὰ τὴν ἀξιολογικὴ ἀπόσταση τῆς κτίσης ἀπὸ τὸν Δημιουργό, γιὰ τὴν κάθαρση καὶ τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ, τὴν ὑπέρβαση αἰσθήσεων καὶ λογιστικῆς στὴν ἀληθινὴ αὐτογνωσία ἢ ἀνάμνηση τῆς ὑπερβατικῆς ἀλήθειας ὡς ἐσωτερικῆς ταυτότητας τῆς ψυχῆς, στὴν θεωρία τῆς μόνης κυρίως ὑπαρκτῆς μέσα καὶ πέρα ἀπὸ τὴν ψυχὴ θείας πραγματικότητας ὡς ἀναλλοίωτης, ἄρρητης καὶ ὑπερούσιας, στὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὴν πολλαπλότητα ἢ ἐπιστροφὴ καὶ ἐπανένωση ὅλων στὸν Δημιουργό.

Ὁ πλατωνισμὸς εἰσέφερε στὴν σχολαστικὴ παράδοση συνεργαζόμενος μὲ τὶς ἀριστοτελικὲς σπουδές. Σύμφωνα μὲ ἕνα ‘λογικὸ’ φιλόσοφο, τὸν Ἀβελάρδο, ὁ Πλάτων εἶναι ὁ maximus philosophorum καὶ ἔχει οὐσιωδῶς χριστιανικὴ σκέψη. Ὅμως βρίσκει στὸν Πλάτωνα προδρομικὴ ἔκφραση καὶ σταθερὴ ἔμπνευση ἰδιαίτερα ἡ μυστικὴ φιλοσοφία, ἡ ὁποία σταδιακὰ στὴν Δύση ἔτεινε νὰ ἐξωθεῖται στὸ περιθώριο πρὸς ὄφελος περισσότερο συμβατικῶν καὶ ‘ἀντικειμενικῶν’ ἐκφράσεων. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἀκόμα καὶ ἡ μοντέρνα ἔρευνα, ὣς ἀκόμη τὶς πρῶτες δεκαετίες τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνα, συνυπέγραφε τὴν παρεξήγηση ὅτι μεσαιωνικὴ θεολογία καὶ σχολαστικισμὸς ταυτίζονται, χωρὶς νὰ προσέχει πόσο συχνὰ μυστικὴ καὶ σχολαστικὴ συμβάλλουν ἀκόμη καὶ στὸ ἴδιο πρόσωπο. Ἀπωθῶντας τὴν μυστικὴ σκέψη, στὸν βαθμὸ ποὺ τὸ ἔκανε, ὁ καθολικισμὸς ἀλλοίωνε τὴν ἴδια τὴ φύση του, ἔστω νομίζοντας ὅτι ἀποβάλλει ξένο σῶμα. Ἡ βαθύτητα τοῦ ἐσωτερικοῦ διχασμοῦ γίνεται φανερὴ γρήγορα, ἂν σκεφτεῖ κανεὶς ὅτι ὁ Ἔκκαρτ καταδικάστηκε ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Ἐξέταση μεταξὺ ἄλλων καὶ γιὰ θέσεις ποὺ ἀνάγονται στὸν Αὐγουστῖνο!

Ἡ μυστικὴ σκέψη τῆς Δύσης θεμελιώνεται κυρίως στὰ ἔργα τοῦ Αὐγουστίνου, τοῦ Ἰωάννη Κασσιανοῦ, τοῦ Μεγάλου Γρηγορίου, καὶ τοῦ Βυζαντινοῦ φιλόσοφου γνωστοῦ ὡς Διονύσιου Ἀρεοπαγίτη. Ἡ ἐπαφὴ μὲ τὴν νεοπλατωνικὴ πνευματικότητα εἶναι μεγάλη, ἡ ἰδιαίτερη ἔνταση τῆς ὁποίας τὸν 12ο αἰώνα ὀφείλεται στὸ Βυζάντιο, στὴν ἀναθέρμανση τῶν πλατωνικῶν σπουδῶν ἀπὸ Ψελλοῦ μέχρι Πλήθωνος καὶ Βησσαρίωνος, ἀλλὰ καὶ σὲ περισσότερο ἐνδογενεῖς ὁρμὲς τῆς δυτικῆς πνευματικότητας, στὴν ἀνανέωση τοῦ ἐνδιαφέροντος γιὰ τὰ ἀρεοπαγιτικὰ συγγράμματα, γιὰ τὸν Ἐριγένη καὶ τὸν Βοήθιο.

Τὸ ‘Βιβλίο τῶν 24ων Φιλοσόφων’[1] περιέχει κυρίως νεοπλατωνικὲς θεωρήσεις καὶ προσδιορίζει ὁλόκληρη τὴν ἐν συνεχείᾳ μυστικὴ σκέψη. Τὸν 13ο αἰῶνα ὁ Δομηνικανὸς Γουλιέλμος τοῦ Μαίρμπεκε (Willem van Moerbeke) μεταφράζει ἀπὸ τὰ Ἑλληνικὰ τὴν Θεολογικὴ Στοιχείωση τοῦ Πρόκλου, ἡ ὁποία ἤδη ἦταν ὣς ἕνα βαθμὸ γνωστὴ μέσα ἀπὸ τὸ φερόμενο ὡς ἀριστοτελικὸ ‘Βιβλίο γιὰ τὶς Αἰτίες’ (Liber De Causis).

[1] Liber XXIV Philosophorum, ἔργο ἀγνώστου συγγραφέως τοῦ 12ου αἰῶ­νος.

 

Τὴν μεγάλη ὁρμὴ τοῦ μυστικοῦ ρεύματος ἐγκαινιάζει ὁ Βερνάρδος, ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Κλαιρβὼ στὴν Βουργουνδία (Bernard de Clairvaux, 1090–1153). Ἔχει μεγάλη ἐπαφὴ μὲ τὸν Αὐγουστῖνο καὶ τὴν πλατωνικὴ παράδοση, ἀπ’ ὅπου θεωρήθηκε ἀκόμη καὶ πλατωνιστής, κυρίως γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο κατανοοῦσε τὴν θεωρία, γιὰ τὴν μεγάλη ἔμφαση στὸν ἔρωτα ὡς πνευματικὴ δύναμη ποὺ μεταμορφώνει τὴν ψυχὴ καὶ ἀνυψώνει τὸν ἄνθρωπο. Μολονότι εἶναι δυνατὸ νὰ ἑνώνεται μὲ τὴν ἀρχή του ἤδη στὴν ζωὴ αὐτή, ὑπερβαίνοντας τελείως τὴν λογιστικὴ (credo ut experiar), ἀκόμη καὶ λησμονῶντας τὴν ταυτότητα τοῦ ἐγώ, ὁ ἄνθρωπος δὲν συγχέεται μὲ τὸν Δημιουργό: ἡ ἐμπειρία τῆς χάριτος ἀπομακρύνει τὴν ἐφάμαρτη συνείδηση καὶ ἑδραιώνει ὑπαρξιακὴ ταυτότητα Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου χωρὶς νὰ ἀναιρεῖται ἡ ὀντολογικὴ διαφορά τους.

Αρχική σελίδα


Σχετικές δημοσιεύσεις (αυτόματη επιλογή)