Η μυστική σκέψη της Δύσης αντλεί σταθερά από τον πλατωνισμό. Ιδιαίτερα γόνιμη ήταν η περίοδος από τον 12ο έως τον 16ο αιώνα, με σημαντικές μορφές και πολυάριθμες ασκητικές κοινότητες, οι οποίες πρόβαλαν την ερωτική αμεσότητα και τον εξαγνισμό της ψυχής μέσα από την αποφατική αναγωγή ή ενοποίηση του νου.

Η μυστική σκέψη της Δύσης θεμελιώνεται κυρίως στα έργα του Αυγουστίνου, του Κασσιανού, του Μεγάλου Γρηγορίου και του Βυζαντινού συγγραφέα γνωστού ως Διονυσίου Αρεοπαγίτη. Η ένταση της επαφής με τον πλατωνισμό στον 12ο αιώνα οφείλεται στην αναθέρμανση των σχετικών σπουδών στο Βυζάντιο και σε περισσότερο ενδογενείς ορμές, στην ανανέωση του ενδιαφέροντος για τα αρεοπαγιτικά συγγράμματα, για τον Εριγένη και για τον Βοήθιο. Το Βιβλίο των είκοσι τεσσάρων Φιλοσόφων (Liber XXIV Philosophorum, αγνώστου, 12ος αι.) περιέχει νεοπλατωνικές θεωρήσεις και προσδιορίζει ολόκληρη την εν συνεχείᾳ μυστική σκέψη. Τον 13ο αιώνα ο Γουλιέλμος του Μαίρμπεκε (Willem van Moerbeke) μεταφράζει τη Θεολογική Στοιχείωση του Πρόκλου, εν μέρει ήδη γνωστή μέσα από το φερόμενο ως αριστοτελικό Βιβλίο για τις Αιτίες (Liber De Causis). Τη μεγάλη ορμή του μυστικού ρεύματος εγκαινιάζει ο Βερνάρδος, ηγούμενος της Μονής του Κλαιρβώ (Bernard de Clairvaux, 1090–1153), ο οποίος θεωρήθηκε ακόμη και πλατωνικός, κυρίως για τη μεγάλη έμφαση στον έρωτα ως πνευματική δύναμη που ανυψώνει την ψυχή.

Ο Ούγος του αγίου Βίκτωρος (Hugo de St. Victor, περ. 1096–1141) συμβάλλει στην ανανεωμένη σπουδή των αρεοπαγιτικών συγγραφών. Αναγνωρίζοντας τον Θεό στην ψυχή, προβάλλει την αληθινή γνώση ως αυτογνωσία.

Η Χίλντεγκαρτ, ηγουμένη της Μονής του Μπίνγκεν (Hildegard von Bingen, 1098–1179), διδάσκει για την ενότητα Δημιουργού και πλασμάτων. Ο Φραγκίσκος της Ασσίζης (Francesco d’Assisi, 1181/2–1226) πλησιάζει στη μυστική ώς έναν βαθμό, τονίζοντας τη μίμηση του θείου Πάθους και τη θεοπρέπεια της φύσης. Ο Φραγκισκανικός Μποναβεντούρα (Bonaventura, 1217–1274), λόγιος με βαθιά επαφή με τον πλατωνισμό, θεμελιώνει τη μυστική σκέψη που έπεται. Ο έρωτας δίνει στην ψυχή δύναμη αναγωγής στον ένσαρκο Λόγο και έπειτα στην Αρχή από όπου γεννιέται ο Λόγος και απορρέει ο κόσμος. Η ‘Devotio Moderna’, που ίδρυσε ο Γκρούτε (Geert Groote, 1340–1384), δεν κατόρθωσε να μετριάσει την κυριαρχία του σχολαστικισμού. Το πιο γνωστό έργο της παράδοσης αυτής είναι η Μίμηση Χριστού, ηθικολογική πραγματεία του Θωμά της Κέμπης (Thomas à Kempis, 1380–1471), υποτείνοντας τη μυστική ορμή μέσα στη συμβατική θρησκευτικότητα. Χάρη στην ‘ελευθεριότητά’ τους, με βαρύνουσα την προσφυγή στις δημιουργικές δυνάμεις της μητρικής γλώσσας, οι ασκητικές κοινότητες των ‘Beguines’ και ‘Beghardi’ (ονόματα αδιευκρίνιστης σημασίας) διαμόρφωσαν πιο προσωπική θρησκευτικότητα. Ο υψηλός έρωτας είναι ο πλατωνικός, θεμελιωμένος στην καθαρότητα της ψυχής φωτιζόμενης από τον αρχέτυπο Λόγο. Αν και χωρίς απόσχιση από την Εκκλησία, η ευσέβεια αυτή τρόμαξε τον αυστηρό εθιμισμό της παπωσύνης. Χαρακτηριστική η περίπτωση της Πορέτ (Marguerite Porète), που εκτελέστηκε το 1310 επειδή όσα δίδασκε για τη δυνατότητα της ψυχής να φθάσει στη θεία όραση φάνηκαν να υποτιμούν την αξία των εκκλησιαστικών θεσμών. Το έργο της Καθρέφτης των Απλοϊκών Ψυχών σκανδάλισε αλλά και θαυμάστηκε. Στην ένωση με τον Δημιουργό η ψυχή βυθίζεται στο άκρο Αγαθό, χάνοντας τη δυνατότητα διακρίσεων. Ο Καθρέφτης της Πορέτ επέδρασε σε μία από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες της χριστιανοσύνης, τον Μάιστερ Έκκαρτ (Meister Eckhart, 1260–1329). Τον Έκκαρτ εμπνέουν προσωπικά μυστικά βιώματα, η ασκητική και θεωρητική παράδοση της Εκκλησίας και ιδίως των Δομηνικανών, ο θερμός γυναικείος μοναχισμός, όλα διαμορφωμένα μέσα από τον σχολαστικισμό, τον νεοπλατωνισμό και μια ποιητική γλώσσα, που δεν έπαψε ποτέ να εκπλήσσει. Στη σκέψη του, η ένωση Θεού και ανθρώπου αγγίζει την απόλυτη ταυτότητα. Όλα τα πράγματα είναι σαν ‘χρωματισμένα’ από τη Θεότητα, εφόσον προϋπάρχουν ιδεατά στην αιτία τους συμμετέχοντας στις προαιώνιες τριαδικές σχέσεις.

Σχόλια

Σχετικές δημοσιεύσεις (αυτόματη επιλογή)

Αρχική σελίδα