Σὲ βυθὸ πέφτει ἀπὸ βυθὸ ὡς ποὺ δὲν ἦταν ἄλλος·
ἐκεῖθ᾿ ἐβγῆκε ἀνίκητος.
XLIV.
Φῶς ποὺ πατεῖ χαρούμενο τὸν Ἅδη καὶ τὸ Χάρο.
XLV.
(Ὁ ἀριθμὸς τοῦ ἐχθροῦ),
Τόσ᾿ ἄστρα δὲν ἐγνώρισεν ὁ τρίσβαθος αἰθέρας.
XLVI.
(Ἡ Ἐλπίδα περνάει ἀπὸ φριχτὴν ἐρημία μὲ)
Τὰ χρυσοπράσινα φτερὰ γιομᾶτα λουλουδάκια.
XLVII.
Χάνονται τ᾿ ἄνθη τὰ πολλά, ποὖχ᾿ ἄσπρα μὲ τὰ φύλλα.
XLVIII.
Γιὰ νὰ μοῦ ξεμυστηρευθῆ τὰ αἰνίγματα τὰ θεῖα.
XLIX.
Σ᾿ ἐλέγχ᾿ ἡ πέτρα ποὺ κρατεῖς, καὶ κλεῖ φωνὴ κι᾿ αὐτήνη.
L.
Μὲς τ᾿ Ἅγιο Βῆμα τῆς ψυχῆς.
LI.
Ἡ δύναμή σου πέλαγο, κ᾿ ἡ θέλησή μου βράχος.
LII.
Στὸν κόσμο τοῦτον χύνεται καὶ σ᾿ ἄλλους κόσμους φθάνει.
LIII.
Μὲ φουσκωμένα τὰ πανιὰ περήφανα κι᾿ ὡραῖα.
LIV.
Πολλοί ῾ν᾿ οἱ δρόμοι πὤχει ὁ νοῦς.
LV.
(Ἡ βοὴ τοῦ ἐχθρικοῦ στρατόπεδου παρομοιάζεται μὲ τὸν ἄνεμο),
Ὁποῦ περνάει τὸ πέλαγο καὶ κόβεται στὸ βράχο.
LVI.
Καὶ τὸ τριφύλλι ἐχόρτασε καὶ τὸ περιπλοκάδι,
κ᾿ ἐχόρευε, κ᾿ ἐβέλαζε, στὸ φουντωτὸ λιβάδι.
LVII.
Ὢ γῆ . . . . . . . . . .
Ὁ Οὐρανὸς σὲ προσκαλεῖ, κ᾿ ἡ κόλασι βρυχίζει.
LVIII.
Καὶ μὲ τὸ ροῦχο ὁλόμαυρο σὰν τοῦ λαγοῦ τὸ αἷμα.
LIX.
Καὶ τὲς ἀτάραχες πνοὲς τὲς πολυαγαπημένες.
LX.
(Οἱ Ἕλληνες, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ φθάση ὁ φιλικὸς στόλος, κοιτάζουν τὸν μακρινὸ ξάστερον ὁρίζοντα κι’ εὔχονται)
Σελ. 123456789101112131415161718192021