XXXIII.

Κείθενε μὲ τὸ μάτι ὅποιος γυρεύει
Γιὰ νὰ ἰδῇ τὴ θωριὰ τὴ μακρυσμένῃ,
Τῆς Ἀφρικῆς τὴ θάλασσα ἀγναντεύει
Πάντα ἀφράτη καὶ πάντα ἀγριωμένη.

XXXIV.

Θανάτου ἐτιά, ποὺ τὰ κλωνάρια γέρνεις
Στὴν κατοικιὰ τὴν ὕστερη τ᾿ ἀνθρώπου.

XXXV.

Ἐὰν τὴν ἄκρην του ὁ ζέφυρος δὲ ῾γγίζει
Στέλνει ἀκίνητον ἴσκιο ὁποῦ μαυρίζει.

XXXVI.

Εἰς τὴν ἅρπα γλυκὰ γέρνει τὸ στῆθος.

XXXVII.

Καὶ φωνάζει· «Ὦ Παρθένα, ὦ Ψυχοσώστρα!»

XXXVIII.

(Ἡ λίμνη)

Εἶναι γλαυκὴ κι᾿ ἀτάραχη στὴ μέση.