VI.

«Νὰ γελᾶ, καὶ νὰ κλαίῃ, καὶ νὰ κοιμᾶται.»

VII.

«Ἀλλὰ πάντα στὴν ἔρημη τὴν κλίνη,
» Πάντα θανάτοι, δυστυχιὲς καὶ θρῆνοι.»

VIII.

«Τραυάω συλλογισμένη ὅλη τὴ μέρα,
» Κ᾿ ἔπειτ᾿ ἀπ᾿ τὸ φαρμακισμένο δεῖπνο,
» Γιομᾶτο μαῦρα ὀνείρατα τὸν ὕπνο.»

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ

IX.

Μοῦ φαίνεται πὼς πάω καὶ ταξιδεύω
Στὴν ἐρμιὰ τοῦ πελάγου εἰς τ᾿ ὄνειρό μου
Μὲ τὸ κῦμα, μὲ τσ᾿ ἄνεμους, παλεύω
Μοναχή, καὶ δὲ εἶσαι εἰς τὸ πλευρό μου·
Δὲ βλέπω μὲ τὸ μάτι ὅσο γυρεύω
Πάρεξ τὸν οὐρανὸ στὸν κίνδυνό μου·
Τόνε τηράω, βόηθα, τοῦ λέω, δὲν ἔχω
Πανί, τιμόνι, καὶ τὸ πέλαο τρέχω.