16.

Ἔτσι ὁ φονιᾶς ποὺ κρίματα ἔχει πλήθια,
ἐὰν φθάσει καὶ τοῦ κλείσει ὕπνος τὸ μάτι,
βγαίνουν μαζὶ καὶ τοῦ πατοῦν τὰ στήθια
οἱ κρυφὰ σκοτωμένοι, αἷμα γιομάτοι.
Μεγαλόφωνα κράζοντας βοήθεια
γυμνὸς πετιέται ὀχ τὸ ζεστὸ κρεβάτι,
κι ἔχει τόση μαυρίλα ὁ λογισμός του,
ποὺ μὲ μάτια ἀνοιχτὰ τοὺς βλέπει ὀμπρός του.

Η ΤΡΕΛΛΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ
XXVI.

Ὁ παπᾶς γιὰ τὸ γάμο ὅλα ἑτοιμάζει,
κι εἶναι ἀναμμένα τὰ κεριὰ τοῦ γάμου·
ὁ Λάμπρος τρομασμένος τήνε κράζει:
«Σήκω, δυστυχισμένη, ἔλα κοντά μου».
Εἰς τὴ φωνὴ τοῦ Λάμπρου ἀνατριχιάζει
καὶ παρευθὺς σηκώνεται ἀπὸ χάμου
καὶ τραγουδάει καὶ τραγουδώντας κλαίει·
καὶ αὐτός: «Μὴν κλαῖς, μὴν τραγουδᾶς», τῆς λέει.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΛΑΜΠΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ
XXVII.

Καὶ εἰς τὸ κῦμα, ποὺ βλέπει ὡς τὸν καθρέφτη,
Ξανακοιτάει, χαμογελάει, καὶ πέφτει.

XXVIII.

Καὶ βλέπει μέσα στὰ νερὰ καθάρια,
Ἄλλος λάμπει οὐρανός, ἄλλα κλωνάρια.

XXIX.

«Σκύφτω ἐδῶ μέσα, καὶ ξανοίγω ὀμπρός μου
Ἀναπάντεχα μέρη ἀλλουνοῦ κόσμου.»
XXX.

XXXI.

Καὶ δὲν ἔμεινε μήτε ἕνα κλωνάρι,
Φιλέρημο πουλάκι νὰ καθίσῃ,
Τὸ βράδυ, τὴν αὐγή, νὰ κελαϊδήσῃ.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΔΙΑΦΟΡΑ
(Ἀναδυομένη Ἀφροδίτη)

XXXII.

Στὴν κορυφὴ τῆς θάλασσας πατώντας
στέκει, καὶ δὲ συγχύζει τὰ νερά της,
ποὺ στὰ βάθη τοὺς μέσα ὁλόστρωτα ὄντας
δὲν ἔδειχναν τὸ θεῖον ἀνάστημά της.
Δίχως αὔρα νὰ πνέει, φεγγοβολώντας
ἡ ἀναλαμπὴ τοῦ φεγγαριοῦ κοντά της
συχνότρεμε, σὰ νά ῾χε ἐπιθυμήσει
τὰ ποδάρια τὰ θεῖα νὰ τῆς φιλήσει.