4.

Στὴν ἐκκλησίαν ὡστόσο ὁ Λάμπρος μένει,
ὅπου ἀνθρώπου πνοὴ δὲν ἀγρικιέται.
Ἀπ᾿ ἕνα εἰς ἄλλο στοχασμὸ πηγαίνει·
εἶναι ὁ νοῦς του ἔρμος κόσμος ποὺ χαλιέται.
Μεσ᾿ ἀπὸ τὸ στασίδι ἀγάλι βγαίνει,
καὶ ὀχ τὴν ψυχὴ του ὁ στεναγμὸς πετιέται·
μόνον οἱ σκόρπιες δάφνες ποὺ ἐμυρίζαν
ἐκεῖ ποὺ αὐτὸς ἐπερπατοῦσε ἐτρίζαν.

5.

Καὶ τὸ πρόσωπο γέρνει ὡσὰν τὴ δειάφη
καὶ χαμηλὰ τοῦτα τὰ λόγια ρίχτει:
«Κουφοί, ἀκίνητ᾿ οἱ Ἁγίοι, καθὼς καὶ οἱ τάφοι·
εἶπα κι ἔκραξα ὥς τ᾿ ἄγριο μεσανύχτι:
Ἄντρας (κι ἡ μοίρα ὅ,τι κι ἄ θέλει ἂς γράφει)
τοῦ ἑαυτοῦ του εἶναι θεός, καὶ δείχτει
στὴν ἄκρα δυστυχία· μὲς στὴν ψυχή μου
κάθου κρυμμένη, ἀπελπισιά, καὶ κοίμου!».

6.

Πάει γιὰ νά ῾βγει στὴ θύρα ἀργὰ καὶ ἀνοίγει·
λεπτὴ φωνὴ τοῦ λέει «Χριστὸς ἀνέστη».
Εἰς τὴν ἄλλη πηδάει, καὶ φωνὴ ὀλίγη
καὶ παρόμοια, τοῦ λέει «Χριστὸς ἀνέστη».
Ἀπὸ τὴν τρίτα πολεμάει νὰ φύγει
καὶ μία τρίτα τοῦ λέει «Χριστὸς ἀνέστη».
Αὐτοκίνητες πάντα ἀνοιγοκλειοῦνε
οἱ τρεῖς θύρες καὶ ἀχὸ δὲν προξενοῦνε.

7.

Καὶ ἰδοὺ τρία σὰν ἀδέλφια ἔρμα καὶ ξένα,
ποὺ ἕν᾿ ἁγιοκέρι σβημένο βαστοῦσαν,
ὅπου στρίψει, ὅπου πάει, τ᾿ ἀπελπισμένα
γοργὰ πατήματά του ἀκολουθοῦσαν.
Λιγδερὰ καὶ πλατιὰ κι ὅλα σχισμένα
τὰ λαμπριάτικα ροῦχα ὁπού φοροῦσαν.
Στὰ μπροστινά, στὰ πισινὰ στασίδια,
ὅλο σιμά του σειοῦνται τὰ ξεσκλίδια.