2.

«Τὰ μαλλιὰ σέρνω στὰ λιγνά μου στήθη·
δένω σταυρὸ τὰ χέρια· Οὐράνια, θεῖα!
Πέστε Ἐκεινοῦ ποὺ σήμερα ἀναστήθη
νὰ ἐλεηθεῖ τὴ μαύρη τὴ Μαρία.
Μέρα εἶναι Ἀγάπης· Ἅδης ἐνικήθη·
καίονται τὰ σπλάχνα, καίονται τὰ στοιχεῖα·
καὶ ἡ πυρκαϊὰ τοῦ Κόσμου ἀναγαλλιάζει
καὶ κατ᾿ Αὐτὸν τὴ σπίθα της τινάζει.

3.

Ὁ Οὐρανὸς Ἀλληλούια ἠχολογάει·
κατὰ τὴ γῆν ἐρωτεμένος κλίνει·
ζεῖ τοῦ νεροῦ καὶ ἡ στάλα ὁποὺ κολλάει
στὸ ποτήρι· Ἀλληλούια ἐγὼ κι ἐκείνη.
Ὅταν ἡ Πύλη ἀκούστηκε νὰ σπάει,
τί χλαλοὴ στὸν κάτου κόσμο ἐγίνη!
Χαίρεται μέσα ἡ ἄβυσσο καὶ ἀσπρίζει·
ὁ περασμὸς τοῦ Λυτρωτῆ σφυρίζει».

4.

Στὴν ἐκκλησίαν ὡστόσο ὁ Λάμπρος μένει,
ὅπου ἀνθρώπου πνοὴ δὲν ἀγρικιέται.
Ἀπ᾿ ἕνα εἰς ἄλλο στοχασμὸ πηγαίνει·
εἶναι ὁ νοῦς του ἔρμος κόσμος ποὺ χαλιέται.
Μεσ᾿ ἀπὸ τὸ στασίδι ἀγάλι βγαίνει,
καὶ ὀχ τὴν ψυχὴ του ὁ στεναγμὸς πετιέται·
μόνον οἱ σκόρπιες δάφνες ποὺ ἐμυρίζαν
ἐκεῖ ποὺ αὐτὸς ἐπερπατοῦσε ἐτρίζαν.

5.

Καὶ τὸ πρόσωπο γέρνει ὡσὰν τὴ δειάφη
καὶ χαμηλὰ τοῦτα τὰ λόγια ρίχτει:
«Κουφοί, ἀκίνητ᾿ οἱ Ἁγίοι, καθὼς καὶ οἱ τάφοι·
εἶπα κι ἔκραξα ὥς τ᾿ ἄγριο μεσανύχτι:
Ἄντρας (κι ἡ μοίρα ὅ,τι κι ἄ θέλει ἂς γράφει)
τοῦ ἑαυτοῦ του εἶναι θεός, καὶ δείχτει
στὴν ἄκρα δυστυχία· μὲς στὴν ψυχή μου
κάθου κρυμμένη, ἀπελπισιά, καὶ κοίμου!».

6.

Πάει γιὰ νά ῾βγει στὴ θύρα ἀργὰ καὶ ἀνοίγει·
λεπτὴ φωνὴ τοῦ λέει «Χριστὸς ἀνέστη».
Εἰς τὴν ἄλλη πηδάει, καὶ φωνὴ ὀλίγη
καὶ παρόμοια, τοῦ λέει «Χριστὸς ἀνέστη».
Ἀπὸ τὴν τρίτα πολεμάει νὰ φύγει
καὶ μία τρίτα τοῦ λέει «Χριστὸς ἀνέστη».
Αὐτοκίνητες πάντα ἀνοιγοκλειοῦνε
οἱ τρεῖς θύρες καὶ ἀχὸ δὲν προξενοῦνε.

7.

Καὶ ἰδοὺ τρία σὰν ἀδέλφια ἔρμα καὶ ξένα,
ποὺ ἕν᾿ ἁγιοκέρι σβημένο βαστοῦσαν,
ὅπου στρίψει, ὅπου πάει, τ᾿ ἀπελπισμένα
γοργὰ πατήματά του ἀκολουθοῦσαν.
Λιγδερὰ καὶ πλατιὰ κι ὅλα σχισμένα
τὰ λαμπριάτικα ροῦχα ὁπού φοροῦσαν.
Στὰ μπροστινά, στὰ πισινὰ στασίδια,
ὅλο σιμά του σειοῦνται τὰ ξεσκλίδια.

8.

Ποτὲ δὲν τά ῾χει εἰς τὴ φυγὴ του ἀνάρια·
ἐδῶ ἐκεῖ, μπρὸς ὀπίσω, ἀπάνου κάτου,
βαροῦν ὅμοια τὴν πλάκα ὀχτὼ ποδάρια,
τρέχουν ἴσια, κι ἀκούονται τὰ δικά του.
Νὰ φύγει μία στιγμὴ τ᾿ Ἅδη τὰ χνάρια
σπρώχνει μάταια μακριὸ τὸ πήδημά του,
σὰν τ᾿ ἄστρο ποὺ γοργὰ τὸ καλοκαίρι
χύνεται πέντε δέκα ὀργιὲς ἀστέρι.