Ὁ Πασκὰλ εἶναι γνωστὸς ὡς μαθηματικός, φυσικὸς καὶ ἐφευρέτης (ἀνακάλυψε τοὺς πρώτους ὑπολογιστές), ἀλλὰ ὄχι λιγώτερο ὡς φιλόσοφος (πρβλ., στὰ ἀγγλικά, τὸ βιογραφικὸ δοκίμιο τοῦ Ἴαν Μακλὴν γιὰ τὸν Πασκάλ).

Ἤδη στὰ 16 του εἶχε γράψει μιὰ διατριβὴ σχετικὴ μὲ τὰ Κωνικά, ἐνῶ ἀργότερα ἄρχισε νὰ ἀλληλογραφεῖ μὲ τὸν Φερμὰ γιὰ τὴν θεωρία τῶν πιθανοτήτων, ὅμως ἡ μυστική του ἐμπειρία τὸν ὁδήγησε νὰ ἐγκαταλείψει τὶς ἐπιστῆμες παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι βρισκόταν στὴν πρωτοπορία τῆς ἔρευνας, ὥστε νὰ ἀσχοληθεῖ ἀποκλειστικὰ μὲ τὴν θεολογία καὶ τὴν φιλοσοφία. Ὁ Κόντογλου ἀποκαλεῖ τὸν Πασκὰλ διὰ Χριστὸν σαλό, δηλαδὴ ἄνθρωπο ποὺ δὲν διστάζει νὰ κάνει ἀκόμη καὶ πράγματα γιὰ τὴν κοινὴ γνώμη ‘τρελά’, προκειμένου νὰ ἀνταποκριθεῖ στὴν ἐσωτερική του ὁρμὴ γιὰ τὸν Θεό. Ἂς ἀφήσουμε τὸν Κόντογλου νὰ μᾶς συστήσει τὸν Πασκάλ.

“Αὐτὸς ὁ βλογημένος καὶ μακαρισμένος ἄνθρωπος, λεγότανε Βλάσης Πασκάλ, ποὺ θὰ πεῖ στὴ γαλλικὴ γλῶσσα Πασκαλινός, καὶ στάθηκε ἀληθινὰ σὰν τὸ πασκαλινὸ τ’ ἀρνί, ἀθῶος καὶ ἥμερος, καὶ παράδωσε τὸν ἑαυτό του κουρμπάνι γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τὸν ἀγάπησε μ’ ὅλη τὴν ψυχή του, καὶ μ’ ὅλη τὴν καρδιά του, καὶ μ’ ὅλη τὴ διάνοιά του, καὶ μ’ ὅλη τὴ δύναμή του. …

Ἔζησε ὁλοένα ἄρρωστος, φχαριστῶντας τὸ Θεὸ γιὰ ὅλα. … Ὅ,τι εἶχε, τὤδινε στοὺς φτωχούς, κι ὅπως ἕνας ἄλλος ζηλεύει τὴν καλοπέραση, αὐτὸς ζήλευε τὴ φτώχια. Γιὰ τοῦτο ἔγραψε στὰ χαρτιά του: “Ἀγαπῶ τὴ φτώχια γιατὶ κι ὁ Χριστός μας τὴν ἀγάπησε“. Ὁλοένα δόξαζε τὸ Θεό, ἄρρωστος καὶ βασανισμένος, σὰν τὸν Ἰώβ. Ὅποιος θέλει νὰ κλάψει, ἂς διαβάσει τὴ ζωή του γιὰ νὰ δεῖ βάσανα βαρειά. Καὶ τὰ τράβηξε ὁ καλότυχος μὲ ὑπομονὴ καὶ μὲ ἡσυχία, πιστεύοντας πὼς ὁ Θεὸς “μαστιγοῖ υἱὸν ὃν παραδέχεται”.

Οἱ φτωχοὶ ἤτανε οἱ φίλοι του, καὶ γιὰ νά ‘ναι σὰν καὶ δαύτους, ἔγινε καὶ κεῖνος φτωχός, γιατὶ ἐξὸν ἀπὸ τ’ ἄλλα, δὲν ἄφησε μήτε χαλὶ στὸ σπίτι του, μήτε ἄλλο τίποτα, ποὺ νὰ τὸν χωρίζει ἀπὸ τοὺς ἀγαπημένους του τοὺς φίλους. … Κι ὅλη τούτη ἡ καλωσύνη ἔβγαινε ἀπό ‘να κορμὶ ποὺ ἤτανε ἄρρωστο ὁλοένα, καὶ βασανιζότανε δίχως νὰ βρεῖ ἀνάπαψη. Ὁλοένα δόξαζε τὸ Θεό, γιατὶ ἔλεγε πὼς δίχως τὴν ἀρρώστεια δὲ θά ‘πλωνε τὰ χέρια του νὰ παραδοθεῖ στὸν Πατέρα του ποὺ βλέπει στὰ κρυφὰ καὶ ξετάζει τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Γιὰ τοῦτο, τὸ πιὸ ἀγαπημένο βιβλίο του ἤτανε τὸ Ψαλτήρι, ὕστερ’ ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ πρὸ πάντων ὁ ψαλμὸς 118, ποὺ λέγει: “Μακάριοι οἱ ἄμωμοι ἐν ὁδῷ, οἱ πορευόμενοι ἐν νόμῳ Κυρίου. Μακάριοι οἱ ἐξερευνῶντες τὰ μαρτύρια αὐτοῦ, ἐν ὅλῃ καρδίᾳ ἐκζητήσουσιν αὐτόν”. …

Τὶς τελευταῖες μέρες μιλοῦσε ὁλοένα γιὰ τοὺς φτωχούς, καὶ νοιαζότανε περισσότερο γιὰ δαύτους παρὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του. Μάλιστα φοβότανε μήπως γιάνει, κι ἔλεγε στοὺς δικούς του: “Ξέρω τί ἐπικίνδυνο πρᾶμα εἶναι ἡ ὑγεία“. Καὶ σὰν τοὺς ἔβλεπε νὰ πικραίνουνται, τοὺς ἔλεγε: “Μή μὲ λυπόσαστε· ἡ ἀρρώστεια εἶναι ἡ ἀληθινὴ κατάσταση ποὺ πρέπει νὰ βρίσκεται ὁ χριστιανός, γιατὶ μὲ τούτη εἶναι ὅπως ἔπρεπε νά ‘ναι μέσα στὴν ἀγωνία καὶ στὸν πόνο, στερημένος ἀπ’ ὅλα τὰ καλὰ κι ἀπὸ τὶς ἡδονὲς τῆς σάρκας, λευτερωμένος ἀπ’ ὅλα τὰ πάθη ποὺ τὸν βασανίζουνε σ’ ὅλη τὴ ζωή του, δίχως φιλοδοξία, δίχως φιλαργυρία, περιμένοντας ὁλοένα τὸ θάνατο“. …