“Αὐτὸς ὁ βλογημένος καὶ μακαρισμένος ἄνθρωπος, λεγότανε Βλάσης Πασκάλ, ποὺ θὰ πεῖ στὴ γαλλικὴ γλῶσσα Πασκαλινός, καὶ στάθηκε ἀληθινὰ σὰν τὸ πασκαλινὸ τ’ ἀρνί, ἀθῶος καὶ ἥμερος, καὶ παράδωσε τὸν ἑαυτό του κουρμπάνι γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τὸν ἀγάπησε μ’ ὅλη τὴν ψυχή του, καὶ μ’ ὅλη τὴν καρδιά του, καὶ μ’ ὅλη τὴ διάνοιά του, καὶ μ’ ὅλη τὴ δύναμή του. …

Ἔζησε ὁλοένα ἄρρωστος, φχαριστῶντας τὸ Θεὸ γιὰ ὅλα. … Ὅ,τι εἶχε, τὤδινε στοὺς φτωχούς, κι ὅπως ἕνας ἄλλος ζηλεύει τὴν καλοπέραση, αὐτὸς ζήλευε τὴ φτώχια. Γιὰ τοῦτο ἔγραψε στὰ χαρτιά του: “Ἀγαπῶ τὴ φτώχια γιατὶ κι ὁ Χριστός μας τὴν ἀγάπησε“. Ὁλοένα δόξαζε τὸ Θεό, ἄρρωστος καὶ βασανισμένος, σὰν τὸν Ἰώβ. Ὅποιος θέλει νὰ κλάψει, ἂς διαβάσει τὴ ζωή του γιὰ νὰ δεῖ βάσανα βαρειά. Καὶ τὰ τράβηξε ὁ καλότυχος μὲ ὑπομονὴ καὶ μὲ ἡσυχία, πιστεύοντας πὼς ὁ Θεὸς “μαστιγοῖ υἱὸν ὃν παραδέχεται”.