Ὅταν ἡ ἐνορία πάψει νὰ ταυτίζεται μὲ εὐχαριστιακὴ κοινότητα, σῶμα σχέσεων κοινωνίας, ὅταν αὐτονόητα θεωρεῖται “παράρτημα” ἢ “ὑποκατάστημα” κεντρικὰ διευθυνόμενου θρησκευτικοῦ θεσμοῦ, τότε γίνεται καὶ ἀριθμητικὰ ἀνεξέλεγκτη: Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐνοριτῶν δὲν προσδιορίζεται ἀπὸ τὸν στόχο νὰ συγκροτοῦν κοινότητα, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν στόχο νὰ ἐξυπηρετοῦνται ἀτομικὲς “θρησκευτικὲς ἀνάγκες”.

Καὶ ἡ ἐνορία, στὰ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα, ἔχει ἀποδειχθεῖ ὅτι μπορεῖ νὰ ἐξυπηρετεῖ “θρησκευτικὲς ἀνάγκες” πολλῶν χιλιάδων ἢ καὶ δεκάδων χιλιάδων ἀτόμων. … Γι’ αὐτὸ προστίθεται στὴν ἴδια ἐνορία καὶ δεύτερος καὶ τρίτος – ὁλόκληρη ὁμάδα πρεσβυτέρων. Ἔτσι χάνεται ὁλοκληρωτικὰ ὁ στόχος συγκρότησης σώματος εὐχαριστιακοῦ μὲ ἕναν πατέρα καὶ ποιμένα, ἀφοῦ λειτουργὸς σὲ κάθε τέλεση Εὐχαριστίας στὸν ἴδιο ναὸ δὲν εἶναι πάντα ὁ ἴδιος πρεσβύτερος.

Ἡ ρωμαιοκαθολικὴ ἐκκλησία, ποὺ πρώτη ἀπώλεσε τὴν ἐπίγνωση καὶ τὴν πραγματικότητα τῆς ἐνορίας, καθιέρωσε τὶς πολλαπλές, διαδοχικὲς τελέσεις τῆς Εὐχαριστίας, τὴν ἴδια μέρα, στὸν ἴδιο ναό. Καί, μὲ τὴν ἐπέκταση τῆς ἀστικοποίησης, ἔσπευσαν καὶ οἱ λεγόμενες ὀρθόδοξες ἐκκλησίες νὰ τὴ μιμηθοῦν. …

Στὶς “ἐνορίες” τῶν νεωτερικῶν μεγαλουπόλεων ποὺ ἀριθμοῦν δεκάδες χιλιάδες “ἐνοριτῶν”, οἱ ἄνθρωποι μετέχουν στὴν Εὐχαριστία σὲ συνθῆκες ἀπόλυτης ὁ καθένας ἀνωνυμίας καὶ μοναξιᾶς. Ἄγνωστος μεταξὺ ἀγνώστων κάθε “ἐκκλησιαζόμενος”, περισσότερο μόνος ἀπὸ ὅ,τι σὲ μιὰν αἴθουσα κινηματογράφου, θεάτρου, συναυλίας ἢ σὲ κερκίδες γηπέδου. Προσεύχεται μόνος, κατανύσσεται, διδάσκεται, ἀγάλλεται ἢ θρηνεῖ μόνος, χωρὶς τίποτε νὰ κοινωνεῖ μὲ τοὺς γύρω του.

Καὶ περιμένει ὑπομονετικὰ στὴ σειρὰ νὰ “κοινωνήσει” ἄρτου καὶ οἴνου, βεβαιωμένος διανοητικὰ καὶ ψυχολογικὰ ὅτι δέχεται σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ ἀπὸ τὰ χέρια ἑνὸς λειτουργοῦ μὲ τὸν ὁποῖο δὲν ἔχει οὔτε κἂν μιὰ τυπικὴ κοσμικὴ γνωριμία – ὅπως δὲν ἔχει ἀνταλλάξει ποτὲ ἔστω μιὰ καλημέρα μὲ ὅσους “κοινωνοῦν” πρὶν ἢ μετὰ ἀπὸ αὐτὸν τοῦ κοινοῦ ποτηρίου.

Ἀπὸ Χρ. Γιανναρᾶ, Ἐνάντια στὴ θρησκεία.