Ὅλα βρίσκονται στὸ θεῖο θέλημα, ἀλλὰ σὲ κίνηση. Γιὰ νὰ καταλάβω θέση χρειάζεται νὰ διακρίνω τὸ νόημα τῆς κίνησης, ἀλλοιῶς θὰ νομίζω ὅτι ἀκολουθῶ τὸ θεῖο θέλημα ἐνῶ ἀκολουθῶ τὸν ἑαυτό μου.

Γιὰ παράδειγμα, ὅταν ἄλλοι κακοποιοῦνται, ἄποροι κοιμῶνται στὰ πεζοδρόμια, κλπ., στὴν ἄμεση οἰκειοποίηση τῶν συμβάντων ἁπλῶς βοηθάω ὅσο μπορῶ καὶ δὲν προλαβαίνει νὰ ὑπάρξει θεοδικία ἢ ὅποια κριτική.

Στοχαζόμενος καταλαβαίνω ὅτι ὁ βασανισμός τους δὲν εἶναι τὸ θεόδοτο νόημα τῆς ζωῆς τους, γιατὶ ἡ ἔννοιά μου γιὰ τὸν Θεὸ δὲν εἶναι ἔννοια τυράννου. Τότε γνωρίζω ὅτι ἂν μπορῶ νὰ κάνω κάτι γιὰ νὰ βοηθήσω καὶ δὲν μὲ εὐχαριστεῖ νὰ τὸ κάνω, ὁ βασανισμός τους εἶναι δικό μου θέλημα, καὶ εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ μόνο ὅσο τὸν ἐπιτρέπει δίνοντας σὲ μένα εὐκαιρία ἀπόφασης.

Ἡ μοιρολατρία εἶναι ἀπροσεξία: ἡ ὅραση στενεύει καὶ ὅλα γίνονται σὰν ξένα καὶ σὰν ἀνάγκες, ὁδηγῶντας ἀκόμη καὶ στὰ ὅρια τῆς ἐξόντωσης.

Ἄλλο νὰ θεοδικῶ, ἄλλο νὰ ὑπομένω μοιρολατρικά, ἀκίνητος / παρασυρόμενος, ἄλλο νὰ ζητάω στὴν ἀλήθεια ὅ,τι δίνεται.

Ἡ ὑπακοὴ ὡς παθητικότητα, ἀδυναμία γιὰ προσωπικὴ ἀπόφαση καὶ μοιρολατρία, δὲν εἶναι ὑπακοὴ στὸν Θεό: ἔχει ἐγκατασταθεῖ δουλικὰ στὰ πράγματα, ἀπολαμβάνοντας εἴτε ὑποφέροντας.

Ὁ ἀσύνετος τοῦ Ἡράκλειτου, ὁ “καὶ παρὼν ἀλλότριος” τοῦ Πλωτίνου, ἀπολαμβάνει ἢ ὑπομένει: ἐκεῖνος ποὺ χαίρεται μὲ τὸ θεῖο θέλημα καὶ τὸ ἀκολουθεῖ πραγματικά, διδάσκεται τὰ πράγματα, βλέπει καὶ ἀκούει τὸν Λόγο τους.