Δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ λέμε, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ ζοῦμε. Δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνουμε, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ εἴμαστε.

Ὅταν δὲν περισπᾶται ὁ νοῦς στὰ κοσμικὰ καὶ εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸν Θεό, τότε καὶ ἡ καλημέρα ποὺ θὰ ποῦμε, εἶναι σὰν νὰ δίνει εὐλογία.

Στὴ ζωή μας, στὴν ἀρχὴ ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ τὴν παρουσία κάποιου ἄλλου προσώπου ἀγαπητοῦ ἢ φιλικοῦ. Ὅσο προχωροῦμε, ὁ Ἕνας, ὁ Θεός, μᾶς γεμίζει μὲ τὴν Ἀγάπη καὶ τὴν Χαρά Του τόσο ὥστε κανένας νὰ μὴν χρειάζεται πιά. Ὅλα αὐτὰ τὰ κάνει στὴν ἀρχὴ ἡ ψυχὴ γιατὶ ἀκόμα δὲν ξέρει Ποιὸν ἀγαπᾶ καὶ θαρρεῖ πὼς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος…

Ὁ Θεὸς πολλὲς φορὲς δὲν θέλει τὴν πράξη, ἀλλὰ τὴν διάθεση. Τοῦ ἀρκεῖ νὰ σὲ δεῖ πρόθυμο νὰ κάνεις τὴν Ἐντολή Του.

Ὁ Θεὸς ὅταν μᾶς ἔκανε, μᾶς ἔδωσε τὴν Ζωὴ καὶ μᾶς ἐμφύσησε τὸ Πνεῦμα Του. Αὐτὸ τὸ Πνεῦμα εἶναι ἡ Ἀγάπη. Ὅταν μᾶς ἐγκαταλείψει ἡ ἀγάπη, τότε γινόμαστε πτώματα. Εἴμαστε νεκροὶ πιά.

Γιὰ νὰ φτάσεις στὸ δὲν ὑπάρχω, ἀγαπᾶς, ἀγαπᾶς, ἀγαπᾶς, κι ἔτσι ταυτίζεσαι ἀπόλυτα μὲ τὸν Ἄλλο, τὸν ἑκάστοτε Ἄλλο, καὶ τότε στὸ τέλος τῆς ἡμέρας ἀναρωτιέσαι: Θέλω τίποτε; Ὄχι. Ἐπιθυμῶ τίποτε; Ὄχι. Μοῦ λείπει τίποτε; Ὄχι… Αὐτὸ εἶναι!

Ποτὲ νὰ μὴν λὲς «γιατί περνῶ αὐτό»; Ἢ ὅταν βλέπεις τὸν ἄλλο μὲ τὴ γάγγραινα, τὸν καρκίνο ἢ τὴν τύφλωση, νὰ μὴν λὲς «γιατί τὸ περνᾶ αὐτό»; Ἀλλὰ νὰ παρακαλεῖς τὸν Θεὸ νὰ σοῦ χαρίσει τὸ ὅραμα τῆς ἄλλης ὄχθης… Τότε θὰ βλέπεις ὅπως οἱ Ἄγγελοι τὰ γινόμενα ἐδῶ ὅπως πραγματικὰ εἶναι: ὅλα στὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Ὅλα.

Κάποιος σοφὸς εἶπε. Ἂν εἶναι νὰ ζεῖς γιὰ τὸν ἑαυτό σου, καλύτερα νὰ μὴν γεννιέσαι.

Διάκριση εἶναι δῶρο Θεοῦ καὶ πρέπει νὰ προσευχόμαστε γιὰ νὰ τὴν δεχτοῦμε. Εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν προστασία μας καὶ τὴν πρόοδό μας.

Ὁ ἀναποφάσιστος ἄνθρωπος δὲν συμμετέχει στὴν ζωή.

Ὅποιος ζεῖ στὸ Παρελθόν, εἶναι σὰν τὸν πεθαμένο. Ὅποιος ζεῖ στὸ Μέλλον μὲ τὴν φαντασία του, εἶναι ἀφελής, γιατὶ τὸ Μέλλον εἶναι μόνον τοῦ Θεοῦ. Ἡ Χαρὰ τοῦ Χριστοῦ βρίσκεται μόνο στὸ Παρόν. Στὸ Αἰώνιο Παρὸν τοῦ Θεοῦ.

Δίνοντας χαρὰ στοὺς ἄλλους, ἐσὺ τὴν νοιώθεις πρῶτα.

Θέλεις νὰ προσευχηθεῖς; Ἑτοιμάσου νὰ ἀπαντήσεις μυστικὰ τὸν Κύριο.

Μερικοὶ ἄνθρωποι γίνονται δοχεῖα τῆς Δυνάμεως τοῦ Σκότους κατὰ Παραχώρηση Θεοῦ γιὰ ἀτομική μας δοκιμασία καὶ πρόοδο.

Ἂν κατορθώσει κανεὶς νὰ συζεῖ μὲ τὸν κόσμο, ὅπως τὸ λάδι καὶ τὸ νερὸ στὸ καντήλι ποὺ δὲν ἀνακατεύονται, τότε εἶναι ἐν Θεῷ. Ἐν τῷ κόσμῳ ἀλλ΄ οὐκ ἐκ τοῦ κόσμου.

Ὅταν τὸ ἐγὼ σπάσει καὶ γίνει ἐσύ, κι ὅταν καὶ τὸ ἐσὺ σπάσει καὶ γίνουν καὶ τὰ δυὸ μαζὶ Ἐκεῖνος, τότε ὅλοι μας γινόμαστε δικοί Του.

Ὅταν γιὰ κάτι νοιώθεις ἕνα ξεσήκωμα, μία λαχτάρα, ἕνα «ἄχ», τότε, μετὰ ἀπὸ ἕνα χρονικὸ διάστημα, ποὺ ὁ Θεὸς καθορίζει, θὰ γίνει.

Ἐμεῖς οἱ ἴδιοι δὲν μποροῦμε ν΄ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ κανένα μας ἐλάττωμα. Ἐκεῖνος μᾶς τὰ βγάζει, ἕνα-ἕνα.

Σὰν τὸν Σίμωνα τὸν Κυρηναῖο πρέπει νὰ εἴμαστε πάντα ἕτοιμοι νὰ τρέξουμε εἰς βοήθειαν τοῦ συνανθρώπου.

Ἂν βρεθεῖ ξένος ποὺ θὰ κατακρίνει τὴν Ἑλλάδα ἢ τὴν Ὀρθοδοξία, δὲν θὰ ταυτίζεις τὰ λεγόμενα μὲ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ καὶ δὲν θὰ τοῦ ἀναφέρεις ποτὲ τὰ χαρμόσυνα, ὅπως εἶναι ἡ ἀνεύρεσις τιμίων Λειψάνων ἢ ἄλλα θαυμαστὰ ποὺ συμβαίνουν ἐδῶ.