Εδώ όμως λαθεύουν οι νέοι τόσο συχνά και τόσο βαριά: ορμάνε ακράτητοι ό ένας προς τον άλλον, όταν τους αγγίξει η αγάπη (είναι στη φύση τους να μην μπορούν να περιμένουν), σκορπίζονται εδώ κι εκεί, ενώ ή ψυχή τους είναι γεμάτη ακεφιά, ακαταστασία και ταραχή… Τι μπορεί όμως να βγει απ’ αυτό;

Τι μπορεί να κάνει ή ζωή τούτο το μπερδεμένο σωρό των μισοσπασμένων υλικών, που αυτοί το ονομάζουν «ένωσή» τους και πολύ θα ‘θελαν να τα ονομάσουν «ευτυχία» τους; Και τι τους μέλλεται το αύριο; Καθένας τους αφανίζεται για χάρη του άλλου κι αφανίζει σύγκαιρα τον άλλον κι άλλους πολλούς ακόμα, που ίσως να ‘ρχόντουσαν κατόπι.