Είχα ιδιαίτερη αγάπη στη μελέτη της Ιστορίας γενικά από πολύ ενωρίς, από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Η πρώτη μου σοβαρή ενασχόληση με την ιστορία της περιόδου ήταν η συγκέντρωση στοιχείων για τα γεγονότα των Γαργαλιάνων, της μάχης μεταξύ ΕΛΑΣ και του Τάγματος Ασφαλείας του ταγ/ρχη Παναγιώτη Στούπα τον Σεπτέμβριο 1944, αμέσως μετά εκείνης στον Μελιγαλά. Τα βιβλία που αναφέρονταν στο γεγονός, έλεγαν τα ακριβώς αντίθετα από αυτά που είχα ακούσει από αυτόπτες μάρτυρες.

Τελικά αυτά τα γεγονότα τα περιέγραψα στο έργο μου «Ματωμένες Μνήμες 1940-45». Για να τα ερμηνεύσω, έπρεπε να ξεκινήσω από πιο πριν και πιο μακριά, από τις πηγές τους. Έτσι άρχισα την έρευνα για την Κατοχή σε εθνικό επίπεδο.

Τα βιβλία που έχω μελετήσει πρέπει να υπερβαίνουν τα πεντακόσια και οι συνεντεύξεις και μαρτυρίες που έχω καταγράψει σε χαρτί ή σε ακουστικό υλικό, πλησιάζουν τις διακόσιες, κυρίως από την Πελοπόννησο, αλλά και τις περιοχές της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας ειδικώς για το Παιδομάζωμα. Ευτυχώς το απέραντο αρχειακό υλικό είναι σε ψηφιακή μορφή.

Οι ηγέτες του ΕΑΜ/ΚΚΕ ξεκίνησαν να ομιλούν για αντίσταση μόνο μετά την επίθεση της Γερμανίας στη Σοβιετική Ένωση, αντιστρέφοντας τη μέχρι τότε φιλοναζιστική θέση τους, ανταποκρινόμενοι στην εντολή της Κομιντέρν να πολεμήσουν τους Γερμανούς. Όμως, δεν θα δείτε το ΚΚΕ να συμμετέχει σε καμία πραγματικά αντιστασιακή ενέργεια, όπως σε δολιοφθορές που επιζητούσαν οι σύμμαχοι, παρότι έλαβαν τις πρώτες χρυσές λίρες από τη SOE, μέσω του πράκτορα «Οδυσσέα», το φθινόπωρο του 1941.

Ο Γιώργης Σιάντος είναι γνωστόν ότι ήταν εναντίον της ένοπλης αντίστασης μέχρι και το μέσον του 1942. Όλα άλλαξαν μετά τον Γοργοπόταμο, όταν εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα η Βρετανική Αποστολή και άρχισαν να λαμβάνουν αφειδώς όπλα, εφόδια και χρυσές λίρες.

Από τον Δεκέμβριο του 1942 καθορίστηκε ως στόχος η εξουσία μετά την απελευθέρωση. Η αντίσταση ήταν μόνο το όχημα, ποτέ ο σκοπός. Να διευκρινίσω βέβαια ότι αυτό αφορούσε τα ηγετικά στελέχη και το πλήθος των οπαδών. Είναι βέβαιο ότι υπήρχαν απλά μέλη του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ που πίστευαν ότι πολεμούν τους Γερμανούς.

Για την Πελοπόννησο, την οποία έχω ερευνήσει εξονυχιστικά, έχω υπολογίσει ότι τα θύματα του ΕΑΜΕΛΑΣ/ΟΠΛΑ μεταξύ των αμάχων, σχεδόν όλα σφαγμένα με μαχαίρι, μέχρι την 31ην Αυγούστου 1944, ήταν τουλάχιστον 3.465, εκ των οποίων τουλάχιστον 1.276 στην Αργολιδοκορινθία.

Σε αυτά να προστεθούν τουλάχιστον 2.500 μεταξύ 1 Σεπτεμβρίου 1944 και 15 Ιανουαρίου 1945, καταλήγομε σε περίπου 6.000 θύματα. Σε πανελλήνιο επίπεδο, τα θύματα του 1943 – 45 έχουν υπολογισθεί σε 47.000 περίπου.

Βέβαια, και τη μεγάλη πλειονότητα των θυμάτων αντιποίνων των κατακτητών –περίπου 4.000 στην Πελοπόννησο και 30.000 πανελληνίως– και των καταστροφών, πρέπει να αποδωθούν στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ που έδινε την αφορμή με τις ενέδρες και τις δολοφονίες μεμονωμένων Γερμανών στρατιωτών.

Υπήρξαν δεκάδες περιπτώσεις στην Πελοπόννησο και την υπόλοιπη Ηπειρωτική Ελλάδα το 1943 – 44 που ομάδες ανδρών, γυναικών και παιδιών, συνελήφθησαν χωρίς λόγο από τα σπίτια τους και οδηγήθηκαν δεμένοι πλησίον σε καταβόθρες, ξεροπήγαδα ή γκρεμούς. Εκεί, εσφάγησαν με μαχαίρια, συχνά παρουσία των υπολοίπων, που έβλεπαν μέχρι να έρθει η σειρά τους, και ρίχτηκαν σε πρόχειρους τάφους.

Αν ο τάφος ήταν τρύπα ή ξεροπήγαδο μιάς χρήσης, οι σφαγείς στο τέλος έριχναν ξύλα και πέτρες. Μόνο στην Τρύπα του Φενεού, όπου εσφάγησαν εκατοντάδες το 1944, κρατούσαν την κουστωδία των θυμάτων 100-150 μέτρα μακριά από τον τόπο σφαγής και οδηγούσαν εκεί τα θύματα ανά δύο.