Μακάρι νὰ γινόταν νὰ παραβλέψουμε ὅτι ὁ Θεοδωράκης ἔφυγε σπέρνοντας διχασμό, δηλώνοντας ὑποταγὴ στὸ ΚΚΕ, φτύνοντας τὴν “ἀστικὴ” δημοκρατία, ποὺ τόσο τὸν τίμησε καὶ τὸν ἀνέδειξε, καὶ ἐπιμένοντας μέχρι τέλους στὸν ὁλοκληρωτισμό, περιφρονῶντας τὰ ἑκατομμύρια θύματά του, τὸν πόνο καὶ τὴν ἐξαθλίωση ποὺ ἔσπειρε πάντα αὐτὴ ἡ ἰδεολογία. Φυσικὰ τὸ ΚΚΕ ἄδραξε τὴν εὐκαιρία καὶ ἐνήργησε ἀναλόγως τὴν ὥρα τῆς κηδείας διὰ στόματος τοῦ Μεγάλου Πατερούλη:

«Ἀπό 17 κιόλας χρονών οργανώθηκες στο ΕΑΜ και λίγο μετά στο ΚΚΕ παίρνοντας μέρος στην Εθνική μας Αντίσταση. Τον Δεκέμβρη του ΄44 πολέμησες στη μάχη της Αθήνας, με τον 1ο Λόχο του 1ου Τάγματος του Εφεδρικού ΕΛΑΣ. Και ήταν τόση η περηφάνια σου για τη συμμετοχή σου σ’ αυτή την κορυφαία στιγμή της ταξικής πάλης στη χώρα μας, που πολλά χρόνια αργότερα θα πεις πως “αν υπήρχε επιτύμβιο επίγραμμα που θα επιθυμούσες να χαραχτεί στον τάφο σου, θα ήταν: Πολέμησε τον Δεκέμβρη”…

Στις συγκλονιστικές συναυλίες σου και στα Φεστιβάλ της ΚΝΕ, μέσα σε μια μέθεξη της μουσικής σου με τον κόσμο, αποθεωνόταν η πίστη πως με τους αγώνες μας θα αλλάξουμε τον κόσμο για να ξημερώσει ένα καλύτερο αύριο….

Μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού και τη νίκη της αντεπανάστασης στη Σοβιετική Ένωση και τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες, ο Μ. Θεοδωράκης δεν λύγισε….

Καταδίκασες, με τις ξεκάθαρες δημόσια εκφρασμένες θέσεις σου τις κρίσιμες στιγμές, τα “τσακάλια του αντικομμουνισμού”, όπως τα ονόμασες, τα αντικομμουνιστικά μνημόνια του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την ανιστόρητη εξομοίωση “των θυμάτων με τους θύτες, των εγκληματιών με τους ήρωες, των κατακτητών με τους απελευθερωτές και των ναζιστών με τους κομμουνιστές”….

“Τέκνο της ανάγκης κι ώριμο τέκνο της οργής”….

Θα τον “σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα”. Θα τον “σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο”….

Κι ἔτσι ὁ τροβαδοῦρος τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ κατάφερε φεύγοντας νὰ μετατρέψει τὴν ἴδια τὴν κηδεία του σὲ διχαστικὸ πανηγύρι τοῦ φασισμοῦ. Νὰ τὸν χαιρόμαστε. Τὸ ΚΚΕ σίγουρα ἔχει κάθε λόγο νὰ πανηγυρίζει. Τὸ ζόμπυ τῆς ἀριστερᾶς ποὺ κακοποιεῖ αὐτὸ τὸν τόπο γιὰ δεκαετίες, πῆρε ἄλλο ἕνα φιλὶ ζωῆς. Δὲν θὰ γλυτώσουμε ποτέ.