— Νά, νά, δὲν συμπεριφέρεσαι, δὲν κάνεις ὅ,τι κάνουν οἱ ἄλλοι, ὅλος ὁ κόσμος.

— Πῶς; Μήπως δὲν τοὺς ἀρέσω; [Κι εἶχε μιὰ σκασίλα βέβαια…]

Ὄχι κάθε ἄλλο, δὲν εἶπα αὐτό. Ἀλλὰ πῶς νὰ στὸ πῶ… αὐτό, οἱ ἀπότομοι πολλὲς φορὲς τρόποι σου… Σοῦ λείπει δηλαδὴ αὐτὴ ἡ ἐλαστικότητα, ἡ τέχνη, ἡ δύναμη ἂν μπορεἲ νὰ πεῖ κανεὶς ἔτσι [ὄχι δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ κανεὶς ἔτσι, δὲν εἶναι δύναμη ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου], ποὺ κάνει τοὺς ἄλλους νὰ σὲ ὑπολογίζουν.

— Μήπως δὲν μὲ σέβονται; [ρωτάει, μήπως τὸν καταφέρει ἐπιτέλους νὰ πεῖ τὰ πράγματα μὲ τ’ ὄνομά τους, καὶ κάπως τὸ κατορθώνει, τὸ φίδι βγαίνει ἀπὸ τὴν τρύπα:]