Δὲς πῶς ‘συμπαρίσταται’ ὁ ‘συνετὸς’ φίλος….

“Αὐτὸ στὸ λέγω γιατὶ πολὺ σ’ ἐκτίμησα καὶ σ’ ἀγαπῶ [αὐτὸ ἰδίως!] καὶ μή μὲ παρεξηγήσεις [τὸ ἀντίθετο!] ἂν σοῦ λέγω ὅτι οἱ τρόποι σου αὐτοὶ σὲ ζημιώνουν σὰν ἄνθρωπο [τώρα ἔπεσες μέσα!], καὶ ἄνθρωπο μάλιστα μεγάλης ἀξίας σὰν καὶ σένα [ὁ ψευταρᾶς παλεύει νὰ κρυφτεῖ, ἀλλὰ τὸν προδίδουν ἀκόμα καὶ τὰ ἐπιρρήματα…].

— Δηλαδή; [προσπαθεῖ νὰ πάρει μιὰ ἀνάσα ὁ Χαλεπᾶς.]

Ὁ Μαυρομαρᾶς κόμπιασε, μή ξέροντας πῶς ν’ ἀποσαφηνίσει τὸ ζήτημα γιὰ νὰ δώσει συγκεκριμένη ἀπάντηση στὸν Γιαννούλη.

— Νά, νά, δὲν συμπεριφέρεσαι, δὲν κάνεις ὅ,τι κάνουν οἱ ἄλλοι, ὅλος ὁ κόσμος.

— Πῶς; Μήπως δὲν τοὺς ἀρέσω; [Κι εἶχε μιὰ σκασίλα βέβαια…]

Ὄχι κάθε ἄλλο, δὲν εἶπα αὐτό. Ἀλλὰ πῶς νὰ στὸ πῶ… αὐτό, οἱ ἀπότομοι πολλὲς φορὲς τρόποι σου… Σοῦ λείπει δηλαδὴ αὐτὴ ἡ ἐλαστικότητα, ἡ τέχνη, ἡ δύναμη ἂν μπορεἲ νὰ πεῖ κανεὶς ἔτσι [ὄχι δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ κανεὶς ἔτσι, δὲν εἶναι δύναμη ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου], ποὺ κάνει τοὺς ἄλλους νὰ σὲ ὑπολογίζουν.

— Μήπως δὲν μὲ σέβονται; [ρωτάει, μήπως τὸν καταφέρει ἐπιτέλους νὰ πεῖ τὰ πράγματα μὲ τ’ ὄνομά τους, καὶ κάπως τὸ κατορθώνει, τὸ φίδι βγαίνει ἀπὸ τὴν τρύπα:]

— Δὲν ἀρκεῖ αὐτὸ Γιαννούλη, πρέπει νὰ σὲ ὑπολογίζουν σὰν ἕνα δραστήριο καὶ περισσότερο κοινωνικὸ στοιχεῖο.

— Καὶ γιὰ νὰ μὲ ὑπολογίζουν, τοῦ ἀπαντάει ἀμέσως κάπως νευριασμένος ὁ Γιαννούλης, τότε πρέπει νὰ κάνω ὅ,τι κάνουν οἱ ἄλλοι, ν’ ἀρχίσω νὰ βγάζω λόγους, νὰ τοὺς κολακεύω, νὰ ὑποκλίνομαι μπροστά τους, νὰ τοὺς κάνω τὰ κέφια, δηλαδὴ μὲ λίγα λόγια νὰ τοὺς ξεσκονίζω, γιὰ νὰ τοὺς γίνω ἀρεστός. Αὐτὰ μόνον ἕνας ἄνθρωπος χωρὶς χαρακτῆρα, χωρὶς δική του προσωπικότητα μπορεῖ νὰ τὸ κάνει καὶ ὄχι ἐγώ.

Ὁ Μαυρομαρᾶς ἀποστομώνεται μή ξέροντας τί νὰ τοῦ ἀπαντήσει.

— Δὲν εἶπα κάτι τέτοιο, τοῦ λέει τέλος ὁ Μαυρομαρᾶς, κάπως ἐνοχλημένος ἀλλά… νὰ γίνεις κοινωνικώτερος.

— Καὶ μήπως δὲν εἶμαι;

— Ναί, μά…

— Νὰ γίνω δηλαδὴ καὶ γὼ σὰν τοὺς ἄλλους, νὰ τοὺς μιμοῦμαι καὶ νὰ τοὺς ἀντιγράφω γιὰ νὰ τοὺς ἀρέσω.

— Ὄχι, ὄχι δὲν ἐννοῶ αὐτό, ἀλλὰ νὰ προσαρμόζεσαι κάθε τόσο μὲ τὴν κατάσταση Γιαννούλη.

— Νὰ γίνω δηλαδὴ ψεύτικος καὶ τεχνητός, κι ὄχι αὐτὸς ποὺ εἶμαι…

— Χρειάζεται Γιαννούλη. [Ἐπιτέλους! Τὸν κατάφερε νὰ παραδεχτεῖ αὐτὸ ποὺ πιστεύει!]

— Μὰ θὰ συνηθίσω τότε νὰ ἐπαναλαμβάνω σὰν πίθηκος ἐκεῖνο ποὺ κάνουν οἱ ἄλλοι, ὁπότε θὰ πάψω πιὰ νὰ εἶμαι ὁ Γιαννούλης καὶ κάποιος ἄλλος ψεύτικος καὶ ἴσως κακὸς καὶ ἀνήθικος Γιαννούλης θὰ πάρει τὴ θέση μου…

[Ἀκριβῶς αὐτό. Καὶ τὸ ἀκόμα χειρότερο: ὅσο γλύφεις ἐκείνους ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐξαρτᾶσαι, τόσο περιφρονεῖς ἐκείνους ποὺ δὲν χρειάζεσαι ἢ ποὺ ἐξαρτῶνται ἀπὸ σένα, γιὰ νὰ νοιώθεις κι ἐσὺ ὅτι κάποιος εἶσαι. Κι ἔτσι, μεταξὺ χαμέρπειας καὶ περιφρόνησης, ποιός ἀκριβῶς χαρακτήρας γεννιέται;

Πότε νομίζεις ὅτι ἔχεις ἕναν ἑαυτὸ ποὺ συνεχίζει νὰ ὑπάρχει ἀτόφιος πέρα ἀπὸ τὴν ψευτιὰ ποὺ τάχα ‘ἐπιστρατεύεις’ προσωρινά; Ὁ στρατιώτης ‘καμουφλάρεται’ ἀπέναντι στὸν ἐχθρό: πόσο ἀνθρώπινος παραμένεις ὅταν ἔχεις γιὰ ἐχθρὸ τὸν διπλανό σου καὶ μὲ τὴν προσποίησή σου τοῦ ἀπαγορεύεις νὰ εἶναι ἀληθινός;]

(Ἀπό: Ρ. Γαρταγάνης, Γιαννούλης Χαλεπᾶς, Ἡ ζωὴ ἑνὸς μεγάλου. Σχόλια σὲ ἀγκύλες δικά μου.)

Σχετικές δημοσιεύσεις (αυτόματη επιλογή)

Αρχική σελίδα


Σχόλια